Ο Γιάννης Χατζησεβαστός μίλησε στο GRANDSPORT σε μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, κάνοντας έναν μεγάλο απολογισμό της προπονητικής του διαδρομής στα γήπεδα της Κρήτης.
Ένας από τους ανθρώπους που έχουν αφήσει το στίγμα τους στην προπονητική τα τελευταία χρόνια στο Ηράκλειο είναι ο Γιάννης Χατζησεβαστός.
Ο Γιάννης Χατζησεβαστός είναι κάτοχος UEFA A, με πλούσιο βιογραφικό και με σημαντικότερες στιγμές στην καριέρα του την παρουσία του στον πάγκο του ΠΟΑ (Γ’ Εθνική), ΑΕ Κατσαμπά (πρωταθλητής στην Α1 ΕΠΣΗ και άνοδος στη Δ’ Εθνική), Δαμάστα (πρωταθλητής στην Α1 ΕΠΣΗ και άνοδος στη Γ’ Εθνική), Πόρο (Γ’ Εθνική), Γιούχτα, Ηρόδοτο με τελευταίους σταθμούς τη Μινωική, τη Νεάπολη και την Επισκοπή.
Παράλληλα έχει υπηρετήσει με απόλυτη επιτυχία και στις Μικτές ομάδες της ΕΠΣ Ηρακλείου για τέσσερα χρόνια.
Η χρονιά που ολοκληρώθηκε ήταν ιδιαίτερη για τον έμπειρο τεχνικό, καθώς βρέθηκε στους πάγκους της Νεάπολης και της Επισκοπής, δύο ομάδων που στο τέλος πανηγύρισαν την άνοδο στη Γ’ Εθνική, χωρίς όμως να βρίσκεται στον πάγκο καμίας από τις δύο μέχρι το φινάλε για να γευτεί τη χαρά της επιτυχίας.
Με αφοπλιστική ειλικρίνεια, μίλησε για τα πρώτα του βήματα στις ακαδημίες του ΠΟΑ, τους ανθρώπους που τον βοήθησαν να ξεκινήσει, τους τίτλους, τις ανόδους, τις πικρίες, τους παράγοντες που ξεχώρισε, τη σχέση ζωής με τη Μινωική, αλλά και το πώς βλέπει σήμερα το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο.
Ας το πιάσουμε από την αρχή, κομμάτι-κομμάτι. Ξεκινάμε από την προτροπή του Σωτήρη Συνάνη. Τι είδε σε σένα και σε ώθησε να ασχοληθείς με την προπονητική, τι σου έδωσε ως εφόδιο και πώς ήταν τα πρώτα σου βήματα;
«Ουσιαστικά, η αρχική προτροπή ήταν από τον Σωτήρη Συνάνη, ο οποίος μου είπε να πάω να ασχοληθώ με το κομμάτι της προπονητικής πάνω στις Ακαδημίες. Έτσι ξεκίνησα στις Ακαδημίες του ΠΟΑ πριν από περίπου 17-18 χρόνια. Μου έδειξε πλήρη εμπιστοσύνη από την πρώτη στιγμή και μου ανέθεσε αμέσως την πιο μεγάλη ομάδα των Ακαδημιών. Είδε ότι το έψαχνα πάρα πολύ, ότι αγαπούσα αυτό που έκανα και ότι ήθελα να ασχοληθώ επαγγελματικά, γιατί εγώ το βλέπω καθαρά επαγγελματικά.
Στην πορεία, ο Σωτήρης δικαιώθηκε για την επιλογή του. Τη δεύτερη χρονιά, με τη στήριξη και τη βοήθεια του Γιάννη Ταουσιάνη και του Βλαχάκη, έγινα βοηθός του στην πρώτη ομάδα. Ήταν ένα τεράστιο κομμάτι για μένα. Πήρα πάρα πολλά πράγματα από τον Γιάννη, ειδικά στο θέμα της συμπεριφοράς, και τον ευχαριστώ θερμά, όπως φυσικά και τον Σωτήρη Συνάνη· αυτοί οι δύο ήταν οι αρχικοί μου πρωτεργάτες. Είναι τιμή για όλους μας στο Ηράκλειο που ο Γιάννης Ταουσιάνης έχει δικαιωθεί και δουλεύει σήμερα στο υψηλότερο επίπεδο, ως προπονητής εθνικών ομάδων.
Προς το τέλος εκείνης της περιόδου, ανέλαβα την πρώτη ομάδα του ΠΟΑ. Αυτά τα τελευταία χρόνια αποτέλεσαν ένα μεγάλο σχολείο για μένα, έχοντας δίπλα μου δύο τεράστιους παράγοντες: τον αείμνηστο Στράτο Γεωργιάδη και τον Γιώργο Βλαχάκη. Δύο ανθρώπους που θεωρώ από τους μεγαλύτερους παράγοντες που ανέδειξε ποτέ το Ηράκλειο. Εκεί ανδρώθηκα προπονητικά. Πάλεψα μόνος μου και μπήκα στον δρόμο της προπονητικής χωρίς να έχω πίσω μου ένα μεγάλο ποδοσφαιρικό όνομα, ως πρώην παίκτης, να με βοηθήσει. Πάλευα και παλεύω πάρα πολύ».
Μετά τον ΠΟΑ ακολουθεί μια μεγάλη διαδρομή σε αρκετές ομάδες, με τίτλους, ανόδους αλλά και κάποιες ιδιαιτερότητες. Ποιοι ήταν οι σημαντικότεροι σταθμοί;
«Πρώτος μεγάλος σταθμός και πρώτο μου πρωτάθλημα με άνοδο στη Γ’ Εθνική, τη Δ’ Εθνική τότε, ήταν με την ΑΕ Κατσαμπά. Εκεί ανέλαβα γύρω στην 5η-6η αγωνιστική, διαδεχόμενος τον Κώστα Πετράκη. Κάναμε ένα τρομερό σερί 16 παιχνιδιών χωρίς ήττα. Ήμασταν πολύ πίσω από τον Ζαρό, ο οποίος είχε το πλεονέκτημα στην ισοβαθμία. Στο τελευταίο ματς στο Ατσαλένιο ήρθαμε 0-0 και τελικά την άνοδο την πήρε ο Ζαρός.
Την επόμενη χρονιά όμως, έγινε ένα εκπληκτικό χτίσιμο της ομάδας από μένα, τον Νατσάκο και τον Κώστα Ψιμόπουλο, δύο παράγοντες που μπορούν να κάνουν πάρα πολλά πράγματα σε μια ομάδα, όχι μόνο στο διοικητικό αλλά και στο διαχειριστικό κομμάτι. Πήραμε καταξιωμένους παίκτες και το αποκορύφωμα ήταν ο τελικός πρωταθλήματος με τον Αλμυρό, όπου κερδίσαμε 2-0. Ήταν μια σπουδαία χρονιά.
Μετά ακολούθησαν κι άλλες ομάδες, όπως ο Πατούχας, ο Αλμυρός, η Μινωική και ο Γιούχτας.
Επόμενος μεγάλος σταθμός η Δαμάστα, με τον φίλο μου τον Αντώνη Παπαδάκη. Ο Αντώνης ήθελε χρόνια να με πάρει στην ομάδα, αλλά φοβόταν μήπως χαλάσει η φιλία, επειδή ήταν λίγο ιδιαίτερος χαρακτήρας. Ήρθα τη στιγμή που ο Μανώλης Σουτζής είχε χτίσει μια πολύ καλή ομάδα. Τελικά πήραμε το πρωτάθλημα με εννιά βαθμούς διαφορά από τον 2ο. Λόγω του COVID-19 το πρωτάθλημα διακόπηκε πριν την τελευταία αγωνιστική, αλλά μαθηματικά το είχαμε ήδη πάρει.
Έτσι ήρθε η ιστορική, πρώτη άνοδος της Δαμάστας στη Γ’ Εθνική. Εκεί ξεκινήσαμε δυνατά, κάναμε μεγάλες προσθήκες, θυμάμαι το “διπλό” μέσα στον ΠΟΑ με 1-3 και το 4-0 επί της Αναγέννησης Ιεράπετρας, που ήταν τότε πρώτη. Η ομάδα έδειχνε ότι πάει για υψηλές πτήσεις. Λόγω COVID όμως, το πλάνο άλλαξε μέσα σε τρεις μέρες. Έφυγαν πολλοί παίκτες, το τοπικό δεν παιζόταν και αναγκαστικά φτιάξαμε μια ομάδα από την αρχή με πολλούς νεαρούς παίκτες. Στο τελευταίο παιχνίδι στο Ατσαλένιο με τον Πόρο, θέλαμε μόνο νίκη, ήμασταν στο “Χ” μέχρι τα τελευταία λεπτά, αλλά τελικά η ομάδα υποβιβάστηκε.
Στη συνέχεια πήγα στον Πόρο στη Γ’ Εθνική. Ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά, διότι κουβαλούσαμε την τιμωρία των -3 βαθμών από την προηγούμενη σεζόν, που τελικά έγιναν -6. Παρά την τεράστια πίεση, κάναμε έναν εκπληκτικό πρώτο γύρο με μεγάλες ανατροπές: γυρίσαμε το ματς με τον Αλμυρό, κερδίσαμε μέσα στον Γιούχτα και κάναμε εκείνη την επική ανατροπή με το Μοσχάτο στο Μαρτινέγκο, από 0-3 σε 4-3. Ο δεύτερος γύρος όμως ήταν δύσκολος, δεν είχαμε την ανάλογη στήριξη και η χρονιά έκλεισε έτσι».
Μετά τον Πόρο έρχονται δύο περιπτώσεις, ο Ηρόδοτος και η Νεάπολη, που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά ως προς τον τρόπο που αποχώρησες, αφήνοντάς σου μια πικρία. Τι ακριβώς συνέβη εκεί;
«Πράγματι, ο Ηρόδοτος και η Νεάπολη μοιάζουν πολύ. Ο Ηρόδοτος είναι τεράστιο όνομα, αλλά τον ανέλαβα στα δύσκολά του, στην Α1 τοπική κατηγορία, αφού είχε πέσει από τη Super League 2. Αποφασίστηκε να πάμε με χαμηλό μπάτζετ, αλλά με τον κύριο Σωκιανό και τον Κώστα Ψιμόπουλο φτιάξαμε μια εξαιρετικά ανταγωνιστική ομάδα. Κάναμε το απόλυτο 12 στα 12, έχοντας δεχτεί μόλις ένα γκολ!
Η αποχώρησή μου ήρθε μετά από μια ισοπαλία και μια ήττα. Στο ματς με τη Μινωική στο Πανεπιστήμιο και στο ματς με τον Ρωμανό είχαμε χάσει τα άχαστα, παρότι η ομάδα έπαιζε τρομερό ποδόσφαιρο. Αναγκάστηκα να φύγω γιατί αυτό αποτελούσε επιλογή ορισμένων ανθρώπων. Μετά ανέλαβε ο Κρασανάκης. Ήταν μάλιστα περίεργο το συναίσθημα όταν αργότερα, ως προπονητής της Μινωικής, αντιμετώπισα τον Ηρόδοτο στο τελευταίο παιχνίδι. Ήρθαμε 0-0, ένα αποτέλεσμα που του μείωσε τις πιθανότητες για την άνοδο, την οποία τελικά πήρε το Τυμπάκι.
Στη Νεάπολη το καλοκαίρι χτίσαμε μια ομάδα από το μηδέν. Κανείς δεν πίστευε ότι αυτή η ομάδα θα μπορούσε να πάρει το πρωτάθλημα, κι όμως, δεν πέσαμε ποτέ από την πρώτη θέση! Πήραμε το Super Cup με τον Άγιο Νικόλαο, ήμασταν αήττητοι όλο τον πρώτο γύρο με μόλις δύο ισοπαλίες, είχαμε δεχτεί μόνο δύο γκολ και είχαμε αφήσει πίσω μας ομάδες με πολύ μεγαλύτερα μπάτζετ, όπως ο Άγιος Νικόλαος, το Βραχάσι, η Σητεία και η Αναγέννηση Ιεράπετρας.
Η αποχώρησή μου έγινε με αφορμή μια ισοπαλία με τον Άγιο Νικόλαο μετά από μια κακή εμφάνιση, αλλά στην πραγματικότητα υπήρχαν άλλοι, προσωπικοί λόγοι που δεν θέλω να επεκταθώ.
Το ίδιο συνέβη και στην Επισκοπή. Πήγαμε εκεί μέσα στα Χριστούγεννα και τις πρώτες δύο εβδομάδες κάναμε προπόνηση με 8 παίκτες, καθώς είχαν δώσει άδεια σε 15 ποδοσφαιριστές! Με μία ήττα και μία ισοπαλία, φύγαμε κι από εκεί.
Αν το σκεφτείς, μέσα σε μια χρονιά, σε αυτές τις δύο ομάδες, Νεάπολη και Επισκοπή είχα συνολικά 26 παιχνίδια με μόλις 2 ήττες, με τις ομάδες να είναι μέσα στους στόχους τους σε πρωτάθλημα και κύπελλο και να έχουν δεχτεί ελάχιστα γκολ. Κι όμως, έφυγα και από τις δύο χωρίς να προλάβω να γευτώ την κατάκτηση ενός τίτλου».
Παράλληλα, η θητεία σου στις Μικτές ΕΠΣΗ συνοδεύτηκε από μεγάλες επιτυχίες. Πώς αποτιμάς αυτά τα τέσσερα χρόνια;
«Τα τέσσερα χρόνια που ήμουν στις Μικτές ήταν για μένα μια τεράστια επιτυχία και μια σπουδαία εμπειρία. Φτάσαμε δύο φορές στους τελικούς Ελλάδος. Την τρίτη χρονιά, λόγω του COVID, το πρωτάθλημα διακόπηκε αλλά είχαμε αναδειχθεί πρωταθλητές Κρήτης και την τέταρτη χρονιά φτάσαμε στο Final Four, τερματίζοντας ως η 4η καλύτερη ομάδα σε όλη την Ελλάδα. Ήταν τεράστιο επίτευγμα για το ποδόσφαιρο του Ηρακλείου».
Έχεις συνεργαστεί με πάρα πολλούς παράγοντες στην καριέρα σου. Ποιους ξεχωρίζεις και ποιους θεωρείς ότι άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους;
«Θέλω να ξεκινήσω και να σταθώ ιδιαίτερα στον Αντώνη Παπαδάκη. Με τον Αντώνη μεγαλώσαμε μαζί, ήμασταν φίλοι 40 χρόνια από μικρά παιδιά και οι πατεράδες μας ήταν φίλοι. Ήταν ένας πραγματικός αιμοδότης και οραματιστής για το ποδόσφαιρο. Έβαλε πάρα πολλά χρήματα, ήταν από τους πιο φιλόδοξους παράγοντες που έχω δει και θα μπορούσε να κάνει ακόμα μεγαλύτερα πράγματα. Δυστυχώς δεν είναι πια κοντά μας. Σε μένα προσωπικά αυτή η απώλεια στοίχισε πάρα πολύ. Η σχέση μου με τον ίδιο, αλλά και με τον αδερφό του, τον Μιχάλη Παπαδάκη, είναι σχέση αδερφική.
Επίσης, θέλω να αναφέρω τον Γιάννη Ασσαργιωτάκη. Παρόλο που τον γνώρισα αργότερα, ήταν ένας από τους ανθρώπους που λείπουν σήμερα από το τοπικό ποδόσφαιρο και θα μπορούσε να προσφέρει πάρα πολλά. Δυστυχώς, τα πράγματα στη ζωή δεν έρχονται πάντα όπως τα θέλουμε και καμιά φορά λογαριάζουμε χωρίς τον ξενοδόχο.
Από τους εν ενεργεία, έμπειρους παράγοντες που βρίσκονται χρόνια στα γήπεδα, ξεχωρίζω τον Κώστα Ψιμόπουλο. Είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να κάνει τα πάντα: να φέρει πόρους σε ένα σωματείο, να μιλήσει με παίκτες και να τους εμπνεύσει εμπιστοσύνη, διαθέτοντας μια μοναδική παιδαγωγική προσέγγιση.
Εξαιρετικός παράγοντας, με τον οποίο συνεργάστηκα άψογα, είναι και ο Νίκος Διλβόης. Όπως βέβαια και οι Στράτος Γεωργιάδης και Γιώργος Βλαχάκης που όπως είπα και πριν, με βοήθησαν στο ξεκίνημα μου και έχουν προσφέρει στο ποδόσφαιρο.
Επίσης, ένας άνθρωπος που με κέρδισε ολοκληρωτικά με τον χαρακτήρα του είναι ο πρόεδρος της Επισκοπής, ο Μιχάλης Νικολιδάκης. Παρόλο που έφυγα από την ομάδα, είναι ένας παρεξηγημένος άνθρωπος για τον οποίο έχω να πω μόνο τα καλύτερα.
Τέλος, δεν χρειάζεται να πω πολλά για τον Βαγγέλη Αλατσατιανό της Μινωικής. Είναι ο ορισμός του ηγέτη προέδρου, ένας αυθεντικός ηγέτης, που αν επέλεγε να μη σταματήσει, η ομάδα θα βρισκόταν τώρα σε πολύ υψηλές κατηγορίες.
Θέλω να πω κάτι ξεχωριστό για τον Νίκο Τζώρτζογλου τον οποίο τον είχα πρόεδρο από όταν ήμασταν μαζί στο Ασήμι, όταν ήμουν ποδοσφαιριστής. Πλέον βλέπουμε όλοι που έχει φτάσει να είναι στην προεδρία της ΕΠΣΗ και αναπληρωτής πρόεδρος στην ΕΠΟ. Είναι από τους μεγαλύτερους παράγοντες στην Ελλάδα και έχει κοντά του ανθρώπους όπως ο Βαγγέλης Παπαγγελής, ο Γιώργος Κουτεντάκης, που έχουν προσφέρει στο ποδόσφαιρο.
Όπως και στην ΕΠΣ Λασιθίου ο πρόεδρος της, Γιώργος Πατεράκης, που είναι εξαιρετικός χαρακτήρας, αγαπάει τον τόπο του και κάνει τα πάντα για να ανέβει το Λασιθιώτικο ποδόσφαιρο. Θέλω να τον ευχαριστήσω για την τιμή που μου έκανε που ήμουν προπονητής της μικτής Λασιθίου.
Σπουδαίο κεφάλαιο για τον αθλητισμό στο Ηράκλειο αποτελεί και ο Νίκος Τσαμπουράκης, που έχει τεράστια προσφορά στον Ερασιτέχνη ΟΦΗ και όλοι βλέπουμε τα αποτελέσματα».
Έχεις όμως πολλούς ποδοσφαιριστές με τους οποίους συνεργάστηκες που τώρα είναι προπονητές;
«Ναι έχω συνεργαστεί με αρκετά παιδιά που τώρα κάνουν τα βήματά τους στον χώρο. Ο Σουργιάς και ο Πετράκης στον Αλμυρό, ο Αναστασιάδης, ο Ταβλαδωράκης και ο Τριανταφύλλου στη Δαμάστα, ο Φραγκουλάκης στον Ηρόδοτο, ο Τζανής στον ΠΟΑ, τους είχα όλους παίκτες.
Θέλω να ευχηθώ καλή επιτυχία στα παιδιά που ξεκινάνε τώρα την προπονητική, που πρόσφατα πήραν τα διπλώματά τους γιατί ανεβάζουν όλο το επίπεδο στο τοπικό ποδόσφαιρο. Γιατί έχουν παραστάσεις και ελπίζω όπως ήταν σαν ποδοσφαιριστές να είναι και σαν προπονητές. Είναι βέβαια δύο διαφορετικά κομμάτια, τα οποία είναι εντελώς διαφορετικά και πρέπει να κοιτάξουν πως να διαχειρίζονται πολλά περισσότερα πράγματα».
Υπάρχουν όμως και άνθρωποι ή συνεργάτες με τους οποίους ενδεχομένως να έχεις πικραθεί;
«Η αλήθεια είναι πως όπως μου δόθηκε και εμένα η ευκαιρία, έτσι κι εγώ έχω προσπαθήσει να δώσω ευκαιρίες σε νέους ανθρώπους που είναι προπονητές ή πρώην συνεργάτες. Με τους οποίους πλέον δεν μιλάω καν. Το μόνο που μου αφήνει μια πικρία είναι ότι από κάποιους δεν εισέπραξα ούτε ένα “ευχαριστώ”, χωρίς να πω ονόματα.
Θα μου πεις, περιμένεις στις μέρες μας να ακούσεις “ευχαριστώ” ειδικά στο ποδόσφαιρο; Δεν ακούς ούτε από ανθρώπους που υπήρξαν στενοί συνεργάτες σου, που τους είχες δίπλα σου για χρόνια και τους στήριξες στα δύσκολά τους. Όλο αυτό σου αφήνει μια πικρία, αλλά ταυτόχρονα σου δίνει και την ικανοποίηση ότι αυτοί οι άνθρωποι πλέον δεν είναι δίπλα σου, γιατί ίσως τελικά να μην το άξιζαν».
Αν υπάρχει μια ομάδα με την οποία το όνομά σου έχει συνδεθεί όσο καμία άλλη, αυτή είναι η Μινωική. Ποια είναι η άποψή σου για την ομάδα σήμερα;
«Η Μινωική είναι η ομάδα με την οποία με έχει συνδέσει ο κόσμος περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Έχω κάνει δύο μεγάλες θητείες εκεί, τέσσερα χρόνια στην πρώτη και δύο χρόνια αργότερα, γεμάτες σεζόν.
Τα πρώτα τέσσερα χρόνια ήταν μια τεράστια επιτυχία. Τότε, δύο άνθρωποι μόνοι τους, ο Νίκος Διλβόης και ο Βαγγέλης Αλατσατιανός, κρατούσαν την ομάδα χωρίς καμία απολύτως εξωτερική βοήθεια, σε ένα άκρως ανταγωνιστικό πρωτάθλημα. Τερματίσαμε μία χρονιά δεύτεροι, μία τρίτοι και μία πέμπτοι. Την τέταρτη χρονιά ένιωσα ότι είχα αδειάσει, είχα δώσει ό,τι είχα να δώσω ως προπονητής και αποχώρησα. Μετά από ένα μήνα πήγα στη Δαμάστα. Από εκείνη την περίοδο κρατάω μόνο τα καλύτερα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι φίλοι μου μέχρι σήμερα.
Φυσικά και την παρακολουθώ τη Μινωική, πάντα το έκανα. Θεωρώ ότι η ομάδα αδικεί λίγο τον εαυτό της. Έχει τεράστια δυναμική, δικό της γήπεδο και ένα κομμάτι Ακαδημιών που θα μπορούσε να αναπτυχθεί ακόμα περισσότερο. Όταν επέστρεψα τη χρονιά μετά τον Ηρόδοτο, η ομάδα ήταν τελευταία και καταφέραμε σε έναν γύρο να την πάμε στην 6η θέση. Την επόμενη χρονιά, έφυγα πάλι ενώ ήμασταν στην 8η θέση.
Η Μινωική έχει δικά της παιδιά στα οποία μπορεί να στηριχθεί, αλλά από μόνο του αυτό δεν φτάνει, χρειάζεται βοήθεια. Κάπου στο παρελθόν έγινε λάθος επιλογή παραγόντων που δεν είχαν σχέση με τον κόσμο της Φορτέτσας, με αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί το σωματείο. Αποκορύφωμα ήταν η περσινή χρονιά, όπου άλλαξε τρεις προπονητές και έφτασε στο τέλος να παλεύει για να μην πέσει, αν και το υλικό των παικτών δεν ήταν για αυτή τη θέση.
Φέτος γίνεται μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια από ανθρώπους που αγαπούν τη Μινωική. Έκαναν εξαιρετική επιλογή στο θέμα του προπονητή· ο Γιώργος Βλατάς είναι ένα εξαιρετικό παιδί, πολύ αξιόλογος άνθρωπος και καλός προπονητής. Εύχομαι μέσα από την καρδιά μου να πάνε καλά, γιατί είμαι δεμένος φιλικά και με τη διοίκηση και με τους παίκτες».
Ως έμπειρος προπονητής, πώς βλέπεις τη νοοτροπία των σημερινών παικτών σε σχέση με το παρελθόν; Είναι πιο δύσκολη η διαχείρισή τους;
«Έχοντας δουλέψει πολύ και με τις Μικτές, το ηλικιακό κομμάτι είναι πολύ δύσκολο. Βλέπουμε παιδιά με τεράστιο ταλέντο στα 15-16 τους να εγκαταλείπουν το ποδόσφαιρο επειδή μπαίνουν άλλοι παράγοντες στη μέση. Είναι δύσκολο πλέον να βρεις παιδιά που να αγαπάνε πραγματικά το ποδόσφαιρο και να θέλουν να παίξουν.
Σήμερα υπάρχουν δύο κατηγορίες παικτών: αυτοί που πληρώνονται και αυτοί που δεν πληρώνονται. Σε ομάδες που οι παίκτες πληρώνονταν κανονικά, όπως στον Ηρόδοτο, στην Επισκοπή ή στη Νεάπολη, δεν είχαμε κανένα πρόβλημα διαχείρισης. Λειτουργούσαν ως επαγγελματίες, κατέβαιναν στις προπονήσεις και έδιναν το 100%.
Το πρόβλημα δημιουργείται στις ομάδες όπου οι παίκτες δεν παίρνουν χρήματα και σου λέει ο άλλος: “Εγώ έρχομαι για το κέφι μου”. Σε αυτό το κομμάτι όμως, την ευθύνη την έχουμε οι παράγοντες και οι προπονητές που αποδεχόμαστε τέτοιες καταστάσεις. Όταν ένας ποδοσφαιριστής κάνει συμφωνία ότι θα έρχεται για τρεις ή για δύο προπονήσεις την εβδομάδα κι εσύ ως προπονητής ή διοίκηση το δέχεσαι, το λάθος είναι δικό σου. Αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να είναι διαπραγματεύσιμα. Εμείς γαλουχούμε τους ποδοσφαιριστές και τους μαθαίνουμε πώς πρέπει να συμπεριφέρονται».
Πώς βλέπεις τη δημιουργία του νέου κρητικού ομίλου στη Γ’ Εθνική; Θα βοηθήσει ή θα αποδυναμώσει το τοπικό ποδόσφαιρο;
«Εξαρτάται από ποια πλευρά το βλέπει κανείς. Αν το δεις από την πλευρά του παράγοντα, είναι κάτι πολύ καλό. τα έξοδα είναι μικρότερα και οι μετακινήσεις λιγότερες. Οι παράγοντες ματώνουν οικονομικά, οι πόροι τους είναι μικροί και βάζουν λεφτά από την τσέπη τους, οπότε αυτό βοηθάει όλο τον οργανισμό μιας ομάδας.
Αν μιλάμε όμως για τους ποδοσφαιριστές, θεωρώ ότι ρομαντικά χάνουν κάτι. Ένας παίκτης κερδίζει πολλά από το ταξίδι, από το να πάει να παίξει εκτός Κρήτης με ιστορικές ομάδες και μεγάλα ονόματα, όπως για παράδειγμα ήταν ο Πανιώνιος πριν δύο χρόνια.
Ωστόσο, για να είμαστε αντικειμενικοί, η παρουσία ομάδων όπως τα Χανιά, η Επισκοπή, ο Εργοτέλης και ο Άγιος Νικόλαος, ανεβάζει κατακόρυφα το επίπεδο. Θα είναι ένα άκρως ανταγωνιστικό πρωτάθλημα και θεωρώ ότι τελικά είναι κάτι θετικό για όλους: προπονητές, παράγοντες και παίκτες».
Κλείνοντας, ποια είναι τα σχέδιά σου για το μέλλον; Υπάρχουν προτάσεις;
«Είχα κάποιες προτάσεις από το Ηράκλειο, αλλά τη δεδομένη στιγμή δεν ήμουν έτοιμος ψυχολογικά, ούτε οι προτάσεις με ικανοποιούσαν για να αναλάβω κάποιο σωματείο εδώ. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια πολύ σοβαρή πρόταση από το Λασίθι, καθώς και συζητήσεις με μια ομάδα από εδώ για κάτι διαφορετικό. Είμαστε σε φάση επαφών».
Είσαι ένας άνθρωπος που δεν κρύβεται, δεν μασάει τα λόγια του και συχνά το όνομά σου συζητιέται ή γράφεται. Νιώθεις παρεξηγημένος σε σχέση με αυτό που πραγματικά είσαι;
«Κοίταξε να δεις, όταν είσαι σε αυτόν τον χώρο, σίγουρα θα κάνεις και καλά και κακά ή άσχημα πράγματα. Το θέμα είναι, όταν κάνεις κάτι καλό, να θέλεις να το επαναλάβεις, κι όταν κάνεις κάτι λάθος, να το αναγνωρίζεις, να ζητάς συγγνώμη και να μην το ξανακάνεις. Σε όλους μπορεί να συμβεί να αντιδράσουμε περίεργα ή να φύγουμε από μια ομάδα με παράξενο τρόπο.
Η εικόνα μου σε αυτούς που με ξέρουν καλά και στους φίλους μου είναι πεντακάθαρη, ξέρουν ποιος είμαι και δεν έχω κανένα πρόβλημα. Όταν κάποιος προσπαθεί να σου φτιάξει ένα προφίλ, είτε θετικό είτε αρνητικό, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αυτό έχει σύντομη ημερομηνία λήξης. Ο χρόνος δείχνει για τον καθένα μας τι πραγματικά είναι.
Δεν θεωρώ τον εαυτό μου παρεξηγημένο άνθρωπο, είμαι ίσως “παρεξηγημένος” μόνο για τους παρεξηγημένους. Θεωρώ ότι είμαι απόλυτα αυθεντικός. Αυτό που είμαι, αυτό δείχνω κι αυτό λέω. Ό,τι βλέπεις, γράφεις. Είμαι αυτός, τελείωσε!».