Ο Μανώλης Παπαδόπουλος μίλησε στο GRANDSPORT για τη φετινή πορεία του Λίντο στην Α1, για το αναπτυξιακό μοντέλο που υπηρετεί ο οργανισμός εδώ και χρόνια, αλλά και για τη φιλοσοφία που βάζει σταθερά στο επίκεντρο την εκπαίδευση, την εξέλιξη και τη μακροπρόθεσμη δουλειά.
Μέσα από μια εκτενή συζήτηση, αναφέρθηκε στην εμπειρία της ανόδου και της συμμετοχής στην υψηλότερη τοπική κατηγορία, στις δυσκολίες που αντιμετώπισε η ομάδα, στη διαχείριση ενός νεανικού συνόλου, στη σύνδεση με τη Δόξα, στον ρόλο των προπονητών και του τεχνικού team, αλλά και στο πώς ο ίδιος αντιλαμβάνεται συνολικά την αποστολή ενός ποδοσφαιρικού οργανισμού.
Παράλληλα, στάθηκε στη λειτουργία του γυναικείου τμήματος, στο όραμα για τις ακαδημίες και στην ευρύτερη φιλοσοφία του Λίντο, ξεκαθαρίζοντας ότι το ποδόσφαιρο δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως πεδίο αποτελέσματος, αλλά κυρίως ως μια διαρκής διαδικασία καλλιέργειας ανθρώπων και ποδοσφαιριστών.
Η εμπειρία της Α1 και τα κέρδη της χρονιάς
Για τον οργανισμό του Λίντο γενικότερα, τι σήμαινε φέτος η συμμετοχή στην υψηλότερη κατηγορία μετά από πολλά χρόνια; Ήταν μια απόφαση που πήρατε το καλοκαίρι, έστω και αργά, μετά από πρόσκληση. Τι σήμαινε αυτή η εξέλιξη για τον οργανισμό και πώς εξελίχθηκε συνολικά η χρονιά, τώρα που ουσιαστικά έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και μπορούμε να κάνουμε έναν απολογισμό;
«Η πρόσκληση ήρθε αρκετά καθυστερημένα, χωρίς να ευθύνεται κάποιος συγκεκριμένα. Ήταν καθαρά θέμα της εξέλιξης της διοργάνωσης και των απαντήσεων από τους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην προετοιμαστούμε όπως θα θέλαμε. Με αυτή την έννοια, αφήσαμε αρκετά παιδιά να φύγουν για να συνεχίσουν αλλού την εξέλιξη και την πρόοδό τους, ενώ θα μπορούσαν να το είχαν κάνει και μέσα στην ομάδα, βοηθώντας και τους εαυτούς τους και το σύνολο ακόμα περισσότερο.
Αυτά τα γνωρίζαμε όταν πήραμε την απόφαση. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι κερδίσαμε πάρα πολλά μέσα από αυτή τη διαδικασία, σε πολλά επίπεδα. Κερδίσαμε εμπειρία εμείς οι ίδιοι, έμαθα πολλά προσωπικά αυτή τη χρονιά, όπως και το τεχνικό team, οι παίκτες και συνολικά όλος ο οργανισμός. Ήταν σημαντικές εμπειρίες, γιατί ο στόχος μας στο μέλλον είναι να επιστρέψουμε. Και για να μπορούμε να πούμε ότι επιστρέφουμε ή ότι ξεκινάμε τη διαδικασία της επιστροφής με αξιώσεις, χρειάζεται να έχεις αυτή την εμπειρία: να γνωρίζεις τις δυσκολίες, να ξέρεις ακριβώς ποιο είναι το επίπεδο στο οποίο πρέπει να βρίσκεσαι.
Όλα αυτά ήταν φετινά κέρδη για εμάς, σε επίπεδο ποδοσφαιρικού οργανισμού, και φιλοδοξούμε να τα αξιοποιήσουμε στο μέλλον για τη βελτίωση της ομάδας και την επιστροφή της».
Το ποδόσφαιρο ως εκπαίδευση και όχι μόνο ως αποτέλεσμα
Το Λίντο ουσιαστικά μας έχει συστηθεί περισσότερο ως ποδοσφαιρικό σχολείο και όχι ως σωματείο με την καθιερωμένη έννοια του «πάμε να κερδίσουμε, να πάρουμε αποτελέσματα και τίτλους». Είναι περισσότερο ένα ποδοσφαιρικό σχολείο. Πόσο δύσκολο είναι να πείσετε την κοινή γνώμη, τους παίκτες, τους γονείς και όλους όσοι βρίσκονται κοντά σε ένα σωματείο ότι η εξέλιξη είναι σημαντικότερη από τον βαθμολογικό πίνακα;
«Πρώτα απ’ όλα, πριν απαντήσω στην ερώτηση, θέλω να πω κάτι: εμείς σε κάθε αγώνα μπαίνουμε για να κερδίσουμε, σεβόμενοι τις ποδοσφαιρικές μας αρχές και τη διαδικασία εκπαίδευσης που γίνεται μέσα σε αυτόν τον οργανισμό, του οποίου το υψηλότερο σκαλοπάτι είναι η πρώτη μας ομάδα, αλλά παραμένει κομμάτι ενός ευρύτερου εκπαιδευτικού πλαισίου.
Όταν ξεκινάει το παιχνίδι, παίζουμε για να κερδίσουμε. Και τα ματς που έχουμε χάσει, που είναι αρκετά φέτος, προσπαθήσαμε όλα να τα κερδίσουμε. Σε κανένα παιχνίδι δεν μπήκαμε για να χάσουμε ή αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα. Η διαφορά μας είναι ότι δεν ζούμε για το αποτέλεσμα.
Υπάρχουν σωματεία που μια τόσο δύσκολη διαδικασία δεν μπορούν να τη διαχειριστούν. Γι’ αυτό βλέπετε πολλές ομάδες από την Α2, ενώ κερδίζουν την άνοδό τους, να αποφασίζουν να μην πάνε στην παραπάνω κατηγορία, γιατί φοβούνται ότι δεν μπορούν να το διαχειριστούν ως οργανισμοί και ότι αυτό μπορεί να αποτελέσει πισωγύρισμα στη συνολική προσπάθεια που έχουν κάνει. Και αυτό είναι κατανοητό.
Σε επίπεδο εσωτερικής διαχείρισης, η κοινή γνώμη δεν μας ενδιαφέρει με την έννοια ότι δεν επηρεάζει τη δουλειά μας. Εμείς κάνουμε αυτό που θεωρούμε σωστό, προσπαθούμε να το υπηρετήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και ο καθένας βγάζει τα δικά του συμπεράσματα για τη δουλειά μας.
Σε επίπεδο ποδοσφαιριστών, κατά τη γνώμη μου έγινε πολύ σοβαρή και πολύ υψηλής ποιότητας δουλειά από όλη την ομάδα. Και αυτό είναι δείγμα της ποιότητας που έχουμε ως σύνολο. Είναι ένα κομμάτι για το οποίο είμαι πολύ περήφανος: για το πώς διαχειριστήκαμε όλη αυτή τη διαδικασία από την πρώτη στιγμή που αποφασίσαμε ότι θα ανέβουμε, μέχρι και τώρα που το πρωτάθλημα τελειώνει.
Έγινε πολλή συζήτηση με τα παιδιά. Τα παιδιά πίστεψαν σε αυτό που θέλουμε να κάνουμε και το υπηρέτησαν. Για μένα, το βασικό κριτήριο επιτυχίας τη φετινή χρονιά ήταν η προπόνηση της Δευτέρας: πώς θα ερχόμαστε κάθε Δευτέρα μετά από οποιοδήποτε δύσκολο Σαββατοκύριακο και ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Με τι διάθεση, με τι όρεξη, με τι παρουσιολόγιο.
Σε αυτό το κομμάτι, πραγματικά δεν πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να τα είχαμε πάει καλύτερα. Είμαι πολύ ικανοποιημένος και αξίζουν συγχαρητήρια πρώτα απ’ όλα στα ίδια τα παιδιά, που έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν πολύ μεγάλη προσπάθεια.
Συγχαρητήρια αξίζουν επίσης σε όλο το τεχνικό team: στον Κώστα Φιλοξενίδη, στον Μπάμπη Ντάγκινη, στον Μάνο Τσαχάκη, στον Σωτήρη Συνανή και στον Νίκο Μαθιουδάκη, για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργήσαμε όλοι μαζί σαν ομάδα αυτή τη χρονιά».
Το Λίντο έχει καταφέρει να δημιουργήσει ουσιαστικά ένα σχολείο και ένα ισχυρό brand name στο κομμάτι των ακαδημιών, τόσο με τον τρόπο που λειτουργεί όσο και με το μοντέλο που ακολουθεί. Θα μπορούσε αυτό το μοντέλο να αποτελέσει οδηγό για την πλειοψηφία του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου; Θεωρείτε δηλαδή ότι θα μπορούσε να είναι το μέλλον για το σύνολο του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου και να βοηθήσει την εξέλιξή του καλύτερα από το πιο παραδοσιακό μοντέλο της ανταγωνιστικότητας;
«Εμείς ζητάμε αυτή την ανταγωνιστικότητα, μας εξυπηρετεί. Ο λόγος που πήραμε την απόφαση να συμμετέχουμε στο πρωτάθλημα της Α1 είναι ακριβώς οι αντίπαλοι, η ποιότητά τους και το επίπεδο που προσφέρουν. Με αυτή την έννοια, ουσιαστικά «εκμεταλλευόμαστε» το υψηλό ανταγωνιστικό επίπεδο ενός πρωταθλήματος, για να πιέσουμε περισσότερο τα παιδιά ποδοσφαιρικά, να τα βάλουμε σε πιο δύσκολες καταστάσεις και να τα αναγκάσουμε να βρίσκουν λύσεις σε απαιτητικές ποδοσφαιρικές στιγμές. Όλο αυτό θέλουμε να λειτουργεί ως καταλύτης για την επιτάχυνση της ποδοσφαιρικής τους εξέλιξης.
Από μία άποψη, θα ήταν υποκριτικό να πω ότι θεωρώ το δικό μας μοντέλο καλύτερο από όλα τα άλλα. Στο ποδόσφαιρο, όπως και στη ζωή, δεν υπάρχει μία μόνο απάντηση για κάθε πρόβλημα. Αυτή η προσέγγιση είναι εκείνη που ταιριάζει περισσότερο σε εμάς, στη δική μας ψυχοσύνθεση και στη δική μας κουλτούρα. Προφανώς τη θεωρώ σωστή, γιατί την υποστηρίζω και την υπηρετώ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρώ λανθασμένες τις διαφορετικές προσεγγίσεις άλλων ομάδων. Ο καθένας ζει τη δική του πραγματικότητα και προσπαθεί, μέσα στα δικά του δεδομένα, να κάνει το καλύτερο που μπορεί.
Βέβαια, δεν θέλω να ακουστώ επηρμένος, αλλά τα πρότυπα των ομάδων που κοιτάμε και προσπαθούμε να ακολουθήσουμε ως προς τις πρακτικές και τη νοοτροπία τους είναι ομάδες όπως η Barcelona. Είναι ένα κλαμπ που έχει αποδείξει ότι μια τέτοια λογική μπορεί να σταθεί στο υψηλότερο επίπεδο και όχι απλώς να επιβιώσει, αλλά να πρωτοπορήσει, δημιουργώντας ουσιαστικά ένα κράμα εκπαιδευτικής διαδικασίας που στο τέλος συμπληρώνεται από την ελίτ των διαθέσιμων ποδοσφαιριστών.
Το παρακολουθώ και το σπουδάζω αυτό το μοντέλο και μέσα από το μεταπτυχιακό που κάνω στην Barcelona. Νομίζω λοιπόν ότι αυτού του είδους η προσέγγιση είναι αυτή που ταιριάζει καλύτερα σε εμάς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις είναι λάθος».
Άρα αυτό είναι και μια απάντηση στο ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα και ότι δεν μπορείς να σταθείς μακροπρόθεσμα μόνο με παιδιά;
«Ναι, είναι και το αποτέλεσμα, αλλά χρειάζεται να κάνεις προγραμματισμό σε σχέση με αυτό, γιατί οι πόροι είναι πεπερασμένοι. Και μιας και αναφέρθηκε πριν η Barcelona, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Εδώ και δύο χρόνια έχει καταφέρει να επιστρέψει στην κορυφή, μετά από μια πολύ δύσκολη περίοδο που όλοι γνωρίζουμε. Και το πέτυχε αυτό επειδή βασίστηκε σε έναν κορμό ποδοσφαιριστών που προέρχεται μέσα από τη δική της εκπαιδευτική διαδικασία, την οποία όμως η ομάδα βαθμολογικά την «πλήρωσε» για να μπορέσει τώρα να καρπωθεί τα οφέλη.
Την περίοδο που ο Τσάβι ήταν προπονητής στην Barcelona, ήρθαν και άσχημα αποτελέσματα, γιατί ο Πέδρι ήταν πολύ μικρός, ο Γιαμάλ πολύ μικρός, ο Γκάβι πολύ μικρός. Αυτοί οι παίκτες έπρεπε να κάνουν τα λάθη τους μέσα στο γήπεδο, για να μπορούν τώρα να φέρνουν αποτελέσματα και να οδηγούν την ομάδα ξανά στην κορυφή.
Άρα μιλάμε για μια προσέγγιση που έχει και απτό, ρεαλιστικό αποτέλεσμα. Απλώς όλες οι ομάδες έχουν συγκεκριμένους πόρους και πρέπει να αποφασίσουν πώς θα τους διαχειριστούν. Δεν είναι εύκολο για καμία ομάδα. Είναι ελάχιστα τα παραδείγματα, ακόμα και στα πολύ μεγάλα κλαμπ, όπως η Ρεάλ Μαδρίτης, που μπορείς να πεις ότι είναι η πιο επιτυχημένη ομάδα στο ποδόσφαιρο. Δεν είναι εύκολο κάθε χρόνο να βρίσκεσαι στην καλύτερη δυνατή σου κατάσταση».
Η διαχείριση του νεαρού ρόστερ και η σύνδεση με τη Δόξα
Στο κομμάτι της ανόδου στην Α1, ήταν σίγουρα και μια συνολική πρόκληση για τον οργανισμό. Πώς ισορροπήσατε ανάμεσα στην ανάγκη για ανταγωνιστικότητα, σε μια κατηγορία πολύ απαιτητική, και στην επιλογή να παίζετε με παιδιά μέσης ηλικίας περίπου 16 έως 19 ετών; Πώς διαχειριστήκατε αυτές τις ισορροπίες και πώς ανταποκριθήκατε, παρότι ο στόχος της παραμονής μπορεί να μην επιτεύχθηκε; Γιατί νομίζω ότι τα κέρδη που αποκόμισαν τα παιδιά αυτή τη χρονιά ήταν πάρα πολλά. Να μιλήσουμε κυρίως γι’ αυτά τα κέρδη.
«Κοίτα, ο στόχος ήταν να μείνουμε στην κατηγορία και βαθμολογικά δεν τον πετύχαμε. Όμως, σε όλο το υπόλοιπο κομμάτι είμαστε ικανοποιημένοι. Φτάνουμε τώρα στο τέλος του πρωταθλήματος και παίζουμε με μια ομάδα της οποίας η ενδεκάδα αποτελείται κυρίως από παίκτες γεννημένους το 2009 και το 2010, δηλαδή παιδιά 15 έως 17 ετών. Αυτή είναι η πλειοψηφία των ποδοσφαιριστών μας.
Οι ομάδες μας πάντα, στο τέλος του πρωταθλήματος, έχουν μια ιδιαιτερότητα και μια αβεβαιότητα, διότι έχουμε τις μικτές ομάδες, οι οποίες συνήθως στο Ηράκλειο προχωρούν στη διοργάνωση και άρα παραμένουν ενεργές μέχρι το τέλος, όπως έγινε και φέτος, κάτι που φυσικά μας χαροποιεί. Όμως, όταν έχεις τρεις βασικούς παίκτες στη μικτή, που λείπουν τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα για προπονήσεις, αυτό δυσχεραίνει το έργο μας.
Παράλληλα, τα παιδιά του 2008 βρίσκονται αυτή την περίοδο σε ρυθμό πανελληνίων εξετάσεων, οπότε το ποδόσφαιρο περνά δικαιολογημένα σε δεύτερη μοίρα για την πλειοψηφία τους. Και πολύ καλά κάνουν. Όμως και αυτό επηρεάζει τη δική μας καθημερινότητα.
Παρ’ όλες αυτές τις δυσκολίες, η προπονητική διαδικασία παραμένει σε πάρα πολύ υψηλό επίπεδο. Έχουμε μεγάλη συμμετοχή στις προπονήσεις, δουλεύουμε εντατικά, κάνουμε πολλές και απαιτητικές προπονήσεις. Και φυσικά, το γεγονός ότι έρχεται ένα Σαββατοκύριακο στο οποίο θα παίξουμε απέναντι σε ομάδες όπως η Χερσόνησος ή ο Εργοτέλης είναι για εμάς από μόνο του ένα μεγάλο κέρδος».
Σε σχέση με τη Δόξα, είδαμε φέτος πολλά παιδιά να κάνουν το μεγάλο βήμα. Δηλαδή, πέρσι έπαιζαν στη Β’ Τοπική και φέτος πολλά από αυτά προβιβάστηκαν στο Λίντο και κλήθηκαν να αγωνιστούν στην Α1. Ποιο είναι το μοντέλο και ποια είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που βλέπετε στα παιδιά, ώστε να κάνουν το επόμενο βήμα;
«Η Δόξα είναι ένα πολύ μεγάλο σχολείο. Εντάσσει τα παιδιά στη διαδικασία του ανταγωνιστικού, ανδρικού ποδοσφαίρου, κάτι που θεωρώ πως είναι ένα από τα ελλείμματα των πρωταθλημάτων Κ των ΠΑΕ: ότι οι παίκτες αργούν να μπουν σε πραγματικές συνθήκες ποδοσφαίρου.
Αυτό δίνει στα παιδιά μια εμπειρία που εμείς έχουμε ανάγκη, προκειμένου να τα εντάξουμε στην πρώτη μας ομάδα. Ειδικά φέτος, με τον Γιώργο Αποστολάκη προπονητή στη Δόξα, έναν άνθρωπο που είναι χρόνια μέλος της οικογένειας και ένας πολύ αξιόλογος προπονητής, τα παιδιά βοηθιούνται ακόμα περισσότερο.
Στο κομμάτι του ποιος ανεβαίνει και ποιος διαθέτει τα στοιχεία που χρειαζόμαστε στο Λίντο, το εξετάζουμε πάντα κατά περίπτωση, γιατί κάθε παίκτης είναι μοναδικός. Έχει να κάνει με τη θέση του, τις απαιτήσεις της θέσης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.
Αυτό που ψάχνουμε είναι παιδιά που έχουν ποδοσφαιρικό ρυθμό, που μπορούν να ανταποκριθούν στις εντάσεις των αγώνων, αλλά και παιδιά με υψηλό ποδοσφαιρικό ταβάνι, στα οποία αξίζει να επενδύσουμε και να δώσουμε χρόνο συμμετοχής, ώστε στη συνέχεια να αποκομίσουμε τα οφέλη της ποδοσφαιρικής τους εξέλιξης».
Το χτίσιμο από την αρχή και ο ρόλος του τεχνικού team
Βλέπουμε γενικά συχνά το Λίντο να χτίζεται σχεδόν από την αρχή. Όχι επειδή το «ξηλώνετε» εσείς όταν κάτι δεν πάει καλά, αλλά πολλές φορές λόγω επιτυχίας, αφού αρκετά παιδιά φεύγουν για άλλες ομάδες με πιο υψηλούς στόχους. Πόσο δύσκολο είναι, τόσο διοικητικά όσο και προπονητικά, να χτίζετε σχεδόν κάθε χρόνο ένα νέο ρόστερ με όλο και πιο νεαρά παιδιά;
«Είναι σίγουρα ψυχολογικά απαιτητικό. Τα δύο τελευταία χρόνια, για παράδειγμα, πήραμε 22 παίκτες, στην πρώτη χρονιά του Κώστα Φιλοξενίδη στο Λίντο, ουσιαστικά όλη την ομάδα από τη Δόξα. Και την επόμενη, την περσινή χρονιά, πήραμε άλλους 17. Είναι απαιτητικό, γιατί ουσιαστικά κάνεις δύο και τρία βήματα πίσω και ξαναξεκινάς, όχι ακριβώς από το μηδέν, αλλά από ένα προηγούμενο σημείο για να αρχίσεις πάλι να δουλεύεις πράγματα από την αρχή.
Όμως, για τους ανθρώπους που υπηρετούν αυτή τη διαδικασία, είναι και ένα κομμάτι που μας αρέσει, γιατί βλέπεις γρήγορα και μεγάλη εξέλιξη στα παιδιά και αυτό σε αποζημιώνει. Οπότε, υπό μία έννοια, το ζητάμε κιόλας. Και υπό μία άλλη έννοια, υπάρχει και ένα κλείσιμο κύκλου με κάποιους παίκτες. Δηλαδή, φτάνεις σε ένα σημείο που λες ότι ό,τι είχαμε να δώσουμε σε αυτόν τον παίκτη το δώσαμε και πλέον πρέπει να προχωρήσει, να πάει κάπου αλλού, ώστε να συνεχίσει να εξελίσσεται όσο ο ίδιος και οι δυνατότητές του μπορούν να το υποστηρίξουν.
Με αυτή την έννοια, είναι και μια διαδικασία που την περιμένουμε. Και επειδή τη συζητάμε με τους παίκτες, αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν τυχαία ή από το πουθενά. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων το έχουμε ήδη κουβεντιάσει και προετοιμάσει, οπότε γνωρίζουμε σε μεγάλο βαθμό ποιος θα μείνει, ποιος θα φύγει, ποιανού είναι η στιγμή να μείνει και ποιανού να προχωρήσει. Δεν μας έρχεται δηλαδή ξαφνικά. Παράλληλα, έχουμε κάνει και την απαραίτητη προεργασία μέσα από τη Δόξα για την αντικατάστασή τους και για τα επόμενα βήματα».
Το να λειτουργήσει ένα ποδοσφαιρικό σχολείο όπως το Λίντο, με αυτόν τον τρόπο όλα αυτά τα χρόνια, είναι δύσκολο τόσο διοικητικά όσο και προπονητικά. Πόσο δύσκολο είναι να βρείτε προπονητές που να μπορούν να υποστηρίξουν αυτό το μοντέλο; Τα τελευταία χρόνια, για παράδειγμα, στο Λίντο είναι ο Κώστας Φιλοξενίδης. Πώς είναι η συνεργασία μαζί του και πόσο δύσκολο είναι να βρείτε προπονητές, όταν βλέπουμε ότι οι περισσότεροι αναλώνονται, έστω και μεταφορικά, στο αποτέλεσμα και στον πρωταθλητισμό;
«Είναι πράγματι λίγο δύσκολο. Και μιας και το έφερε η κουβέντα, θέλω πρώτα απ’ όλα να πω ότι γενικά ό,τι κάνουμε είναι αποτέλεσμα ομαδικής δουλειάς.
Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι πρέπει να πω δύο λόγια για τον Κώστα Φιλοξενίδη. Έχουμε μια εξαιρετική συνεργασία και έχει κάποια προπονητικά χαρακτηριστικά που, κατά τη γνώμη μου, είναι σπάνια.
Για μια ομάδα σαν το Λίντο, είναι παραπάνω από πολύτιμα. Για μένα, το μεγαλύτερο μειονέκτημα πολλών προπονητών αυτή τη στιγμή, είτε έχουν εμπειρία από τα τοπικά είτε από τα εθνικά πρωταθλήματα, δεν έχει τόσο μεγάλη διαφορά. Είναι η γενναιότητα. Δεν είναι αρκετά θαρραλέοι.
«Το δικό μου ποδοσφαιρικό όραμα αφορά μια ομάδα που δεν φοβάται να παίξει ποδόσφαιρο. Μια ομάδα που δεν θα αλλάξει κατεύθυνση και ρότα εξαιτίας ενός κακού αποτελέσματος. Και ο Κώστας αυτό το υπηρετεί απόλυτα. Το πιστεύει πραγματικά και το εφαρμόζει κιόλας. Γιατί στη θεωρία, όταν τα πράγματα είναι εύκολα, όλα αυτά μπορούν να τα πουν πολλοί. Όταν όμως έρχονται οι δυσκολίες και οι άσχημες στιγμές, όταν υπάρχουν ήττες, εκεί φαίνεται η ουσία. Γιατί κανείς δεν χαίρεται να χάνει, σε κανέναν δεν έρχεται εύκολα και κανείς δεν το απολαμβάνει. Όλοι είμαστε ανταγωνιστικοί και όλοι θέλουμε να κερδίζουμε.
Αυτό όμως που εκτιμώ περισσότερο στον Κώστα είναι ότι έχουμε ένα κοινό ποδοσφαιρικό όραμα και ότι το υπηρετούμε τόσο στις καλές όσο και στις κακές στιγμές. Και επίσης ότι έχουμε καταφέρει, ο καθένας από τον δικό του ρόλο και τη δική του θέση, να το επικοινωνήσουμε αυτό και να γίνει κτήμα ολόκληρης της ομάδας, με αποτέλεσμα οι παίκτες να το πιστέψουν, να το ασπαστούν και να το υπηρετήσουν.
Αυτό ίσως ακούγεται εύκολο, αλλά στην πράξη είναι πολύ δύσκολο. Χρειάζεται υψηλού επιπέδου ψυχολογική και πνευματική εργασία και δύναμη για να γίνει πραγματικότητα. Και γι’ αυτό οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Κώστα για την ποιότητα της δουλειάς του, για την ποιότητα του χαρακτήρα του, για το πόσο δίκαιος είναι και για το ότι κάνει πράξη αυτά που πιστεύει και αυτά που λέει στους παίκτες.
Οι παίκτες το αντιλαμβάνονται αυτό και δίνουν κάτι παραπάνω. Και θεωρώ ότι αυτό που λέω για τον Κώστα στην πραγματικότητα επεκτείνεται σε όλα τα μέλη του τεχνικού team. Απλώς, επειδή ο Κώστας είναι ο μπροστάρης, πηγάζει σε έναν βαθμό από εκείνον. Για μένα, είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της συνολικής δουλειάς που γίνεται αυτή τη στιγμή στην πρώτη ομάδα.
Από εκεί και πέρα, είναι δύσκολο να βρεις τέτοιους προπονητές στην αγορά, γιατί κουβαλούν αυτόν τον φόβο του αποτελέσματος και δυσκολεύονται να μείνουν σταθεροί στον τεχνικό σχεδιασμό και στον τρόπο με τον οποίο θέλουν να αγωνίζεται η ομάδα τους. Γι’ αυτό, πολλές φορές είναι πιο εύκολο να προάγουμε ανθρώπους μέσα από τη δική μας οικογένεια.
Για να το πω αλλιώς, αν δούμε φέτος τον τρόπο που παίζει η Χερσόνησος, ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων, και αν σκεφτούμε ότι ο Εργοτέλης είναι ίσως η πιο αποτελεσματική ομάδα του πρωταθλήματος, θα πω ότι ο Εργοτέλης έχει καταφέρει να παίρνει αυτό που θέλει και με καλό ποδόσφαιρο. Δεν λέω ότι παίζει άσχημο ποδόσφαιρο. Όμως, το ποδόσφαιρο που παίζει η Χερσόνησος θεωρώ ότι σε ένα μικρό κομμάτι οφείλεται και σε εμάς.
Η διαδικασία που πέρασε ο Μάριος από τη Δόξα και από το Λίντο, ως ένας προπονητής που δεν φοβόταν να παίξει ποδόσφαιρο και να κάνει στον αγωνιστικό χώρο αυτό που θεωρούσε σωστό, νομίζω ότι αποτυπώνεται και φέτος στην ομάδα της Χερσονήσου, φυσικά σε υψηλότερο επίπεδο από εμάς».
Το γυναικείο τμήμα και η ολιστική προσέγγιση στην εξέλιξη
Να μιλήσουμε και λίγο για το τμήμα γυναικών. Κάνετε μια προσπάθεια τα τελευταία δύο χρόνια σε έναν χώρο που αναπτύσσεται γρήγορα, τόσο στο Ηράκλειο και την Κρήτη όσο και γενικότερα στην Ελλάδα. Ποιο είναι το όραμά σας για το ποδόσφαιρο γυναικών;
«Την ίδια ακριβώς φιλοσοφία που εφαρμόζουμε στο ανδρικό εδώ και 28 χρόνια, την ίδια φιλοσοφία εφαρμόζουμε και στα κορίτσια. Αυτοί είμαστε και την ίδια δουλειά κάνουμε.
Ξεκινήσαμε πέρσι γνωρίζοντας όλοι ότι δεν ήμασταν έτοιμοι για την κατηγορία. Παρ’ όλα αυτά, το χαρήκαμε, πήγαμε για την εμπειρία και για τη συμμετοχή. Φέτος όμως ήμασταν αγωνιστικοί. Και όσο περνούν οι μέρες και ο καιρός, γινόμαστε ακόμα περισσότερο.
Θεωρώ ότι σύντομα θα έρθει η στιγμή που θα χρειαστεί να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις, γιατί τα κορίτσια κάποια στιγμή θα πετύχουν την άνοδό τους. Τότε τα πράγματα θα γίνουν πιο απαιτητικά για εμάς, γιατί θα πρέπει να δούμε αν και πώς θα μπορέσουμε να υποστηρίξουμε μια συμμετοχή στη Β’ Εθνική.
Μέχρι τότε, βέβαια, αυτό είναι ακόμα κάτι μακρινό. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι υπάρχει πολύ καλή πρόοδος και το απολαμβάνουμε. Προσωπικά χαίρομαι πάρα πολύ να παρακολουθώ τα κορίτσια και την εξέλιξή τους.
Ο Μπάμπης Ντάγκινης, που είναι βοηθός στο Λίντο, είναι πρώτος προπονητής στα κορίτσια και έχει κάνει εξαιρετική δουλειά μαζί με την Ελένη Παπακωνσταντή. Υπάρχει ένα πολύ καλό κλίμα και προσπαθούμε, τόσο με ενέργειες εντός και εκτός γηπέδου όσο και μέσα από τη δουλειά μας, να εξελίξουμε και να απλώσουμε περισσότερο το κομμάτι των ακαδημιών στα κορίτσια. Φιλοδοξούμε, δηλαδή, μέσα σε μια πενταετία να έχουμε μια παράλληλη ακαδημία κοριτσιών εφάμιλλη με εκείνη των αγοριών».
Κάθε χρόνο παίκτες σας, από όλα τα κομμάτια του οργανισμού, από την Ακαδημία, τη Δόξα και το Λίντο, προσελκύουν το ενδιαφέρον μεγαλύτερων ομάδων. Έχουμε δει παιδιά της Ακαδημίας να πηγαίνουν στον ΟΦΗ, αλλά και σε άλλες ΠΑΕ. Ποιο είναι το success story που ονειρεύεστε εσείς για έναν ποδοσφαιριστή που ξεκινά από το Λίντο; Όταν βλέπετε ένα παιδί να έρχεται για πρώτη φορά, πώς οραματίζεστε το πού μπορεί να φτάσει;
«Κοιτάξτε, εγώ αντιμετωπίζω τους παίκτες ολιστικά, δηλαδή τους αντιμετωπίζω πρώτα απ’ όλα σαν ανθρώπους. Θα ήθελα το ποδόσφαιρο να είναι ο καλύτερος δυνατός σύμμαχος στη ζωή του κάθε παιδιού.
Αυτό, από ένα σημείο και μετά, έχει να κάνει με τις ικανότητες, τη διάθεση και την αφοσίωση που δείχνει κάθε παιδί στο άθλημα. Για μένα, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι και ίσως ο μεγαλύτερος ρόλος που έχουμε ως Ακαδημία είναι να κρατάμε τα παιδιά στον αθλητισμό όσο μεγαλώνουν. Να τους μαθαίνουμε αξίες, όπως να προσέχουν το σώμα τους και τον εαυτό τους, την αυτοεκτίμηση, τον αυτοσεβασμό, την πειθαρχία στους στόχους που θέτουν, τι σημαίνει προσπάθεια και τι σημαίνει να βάζεις στόχους και να τους πετυχαίνεις μέσα από κόπο.
Αυτά είναι πολύ σημαντικά χαρακτηριστικά που συνοδεύουν έναν άνθρωπο σε όλη του τη ζωή, ανεξάρτητα από το τι θα κάνει τελικά στην ποδοσφαιρική του καριέρα.
Από εκεί και πέρα, για τα παιδιά που δείχνουν περισσότερο ζήλο, έχουν μεγαλύτερη ικανότητα και όσο μεγαλώνουν αρχίζουν να βλέπουν το ποδόσφαιρο πιο σοβαρά, το τι θεωρείται καλή εξέλιξη και τι όχι είναι πιο περίπλοκο.
Για παράδειγμα, εγώ θεωρώ ότι το να μπορέσει ένα παιδί να παίξει στη Γ’ Εθνική, να στηρίξει τις σπουδές του μέσα από αυτό και να δημιουργήσει έναν κοινωνικό κύκλο που θα το βοηθήσει συνολικά στη ζωή και στην επαγγελματική του πορεία αργότερα, ίσως είναι πιο ωφέλιμο από το να πάει να παίξει στη Β’ Εθνική κάπου και να γίνει επαγγελματίας στο χαμηλότερο επίπεδο.
Φυσικά, αν όλοι οι παράγοντες είναι αρκετά ισχυροί ώστε ένα παιδί να μπορεί πραγματικά να κάνει μεγάλη καριέρα, τότε ναι, φυσικά και θα το ευχόμουν για τον οποιονδήποτε.
Όμως ο τρόπος με τον οποίο το ποδόσφαιρο μπορεί να ωφελήσει έναν νέο άνθρωπο είναι τόσο πολυδιάστατος και τόσο διαφορετικός, που από ένα σημείο και μετά εμείς κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε από τη δική μας πλευρά. Το τι θα συμβεί στη συνέχεια είναι κυρίως θέμα του ίδιου του αθλητή: του πόσο ικανός είναι, πόσο αφοσιωμένος είναι και πόσο ψυχολογικά ισορροπημένος είναι ώστε να καταφέρει να κάνει τα επόμενα βήματα».
Το όριο του μοντέλου και το βλέμμα στο 2030
Στο αναπτυξιακό μοντέλο που ακολουθείτε, θεωρείτε ότι υπάρχει κάποιο ταβάνι; Θα το θυσιάζατε κάποια στιγμή για μια πορεία που ενδεχομένως θα οδηγούσε το Λίντο σε υψηλότερες κατηγορίες; Φέτος, για παράδειγμα, που πήγατε σε υψηλότερη κατηγορία, δεν το θυσιάσατε. Υπήρξαν στιγμές που το σκεφτήκατε; Μήπως δηλαδή έπρεπε να προσθέσετε κάτι ακόμη στην ομάδα;
«Στη διαδικασία του σχεδιασμού σκέφτεσαι τα πάντα. Κάθε προσέγγιση, κάθε στρατηγική, οφείλεις να την αναλύσεις σε όλα τα πιθανά σενάρια, ώστε στο τέλος να καταλήξεις στην απόφαση που σε εξυπηρετεί καλύτερα.
Με αυτή την έννοια, ναι, φυσικά και τα σκεφτήκαμε όλα. Αλλά εγώ είμαι ο πρώτος που θα πει ότι δεν μπορείς να είσαι απόλυτος. Πουθενά.
Ό,τι εξυπηρετεί καλύτερα τον μακροπρόθεσμο στόχο μας, θα το εξετάσουμε και, αν κριθεί ωφέλιμο, θα το εφαρμόσουμε. Αυτό μπορεί να σημαίνει και ότι θα παρεκκλίνουμε από τους παραδοσιακούς μας στόχους. Όμως, για να γίνει αυτό, θα πρέπει το όφελος να είναι αρκετά μεγάλο, ώστε να πεις ότι πραγματικά αξίζει τον κόπο.
Φέτος κρίναμε ότι δεν είχαμε να κερδίσουμε κάτι ιδιαίτερο αν αλλάζαμε φιλοσοφία. Γι’ αυτό και δεν το κάναμε. Το να μένεις πιστός στους στόχους και στη μακροπρόθεσμη φιλοσοφία σου δεν σημαίνει ότι πρέπει να είσαι απόλυτος στα καθημερινά ζητήματα.
Εγώ, λοιπόν, πάντα εξετάζω όλες τις πιθανές ενέργειες που θα μπορούσαμε να κάνουμε και μετά αποφασίζουμε. Φέτος, όχι, δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να βάλουμε νερό στο κρασί μας. Πιθανότατα, αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, να το σκεφτόμασταν αλλιώς.
Αλλά αυτή τη φορά αποφασίσαμε ότι θα πάμε όπως ακριβώς θα πηγαίναμε και στην Α2. Δεν αλλάξαμε το παραμικρό».
Και μιας και μιλήσατε για μακροπρόθεσμους στόχους, πώς ονειρεύεστε το Λίντο, τη Δόξα, το γυναικείο τμήμα, την Ακαδημία, συνολικά όλο τον οργανισμό, το 2030;
«Αυτό που θέλω να πετύχω και είναι δύσκολο, είναι το κομμάτι του επαγγελματισμού. Δηλαδή, αυτό που μπορώ να επηρεάσω εγώ, όταν λέω εγώ εννοώ συνολικά ο οργανισμός του Λίντο, αυτό που μπορούμε εμείς ως οργανισμός να επηρεάσουμε είναι το πώς δουλεύουμε.
Το τι ταλέντα θα προκύψουν, το τι ποιότητα θα έχει η δεξαμενή των ποδοσφαιριστών που θα χρησιμοποιήσουμε, είναι κάτι που βρίσκεται έξω από τον απόλυτο έλεγχό μας. Υπάρχει μέσα και η τυχαιότητα, υπάρχει και μια περιοδικότητα. Εκείνο όμως που θέλω να πετύχουμε είναι να ανεβάζουμε συνεχώς την ποιότητα της δουλειάς μας, να γινόμαστε όλο και πιο εξειδικευμένοι, ο καθένας στο κομμάτι του.
Μιλάω από τα μπαμπίνι της Ακαδημίας, τα πεντάχρονα παιδιά, μέχρι το Λίντο και το γυναικείο τμήμα. Να καταφέρουμε, δηλαδή, να γίνουμε καλύτεροι σε κάθε τομέα της εξέλιξης ενός ποδοσφαιριστή.
Όσο ανεβαίνει το επίπεδο και όσο προχωράμε ηλικιακά, αυτό σημαίνει δυστυχώς και περισσότερες ώρες προπόνησης. Και αυτό είναι πάντα ένα δύσκολο σημείο, γιατί όσο μεγαλώνουν τα παιδιά, τόσο πιο περιορισμένος γίνεται ο διαθέσιμος χρόνος τους. Εμείς μπορούμε να γινόμαστε όλο και πιο επαγγελματίες, αλλά όταν ο χρόνος που έχουν τα παιδιά για προπόνηση παραμένει περιορισμένος, αυτό δημιουργεί ένα εμπόδιο.
Ένα ζήτημα που σκέφτομαι εδώ και καιρό είναι πώς μπορούμε να αυξήσουμε τον χρόνο προπόνησης, αλλά να τον αυξήσουμε ουσιαστικά. Δηλαδή να προσθέσουμε πράγματα που πραγματικά θα πλαισιώσουν τα παιδιά με ικανότητες και με αθλητικούς πόρους, που θα τα ανεβάσουν επίπεδο και θα τους δώσουν εργαλεία για να γίνουν ακόμη καλύτεροι.
Αυτός θα ήταν λοιπόν ο στόχος μου για το 2030: να έχουμε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα εξέλιξης των ποδοσφαιριστών σε τεχνικό, τακτικό, σωματικό και ψυχολογικό επίπεδο. Και μέσα από αυτό να μπορούμε, ατομικά, για κάθε ποδοσφαιριστή που για εμάς είναι ένα ξεχωριστό project, να τον ανεβάζουμε ένα, δύο ή και τρία επίπεδα πιο ψηλά».