Έκτακτο Επίσημα Διευθυντής Ποδοσφαίρου του ΟΦΗ ο Χρήστος Καρυπίδης
ΑΟΤ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η συνέντευξη-εξομολόγηση του Νίκου Σουτζή για την τριετία στον ΑΟΤ!

Κοινοποίηση Facebook X LinkedIn Viber WhatsApp Email
Κείμενο
Η συνέντευξη-εξομολόγηση του Νίκου Σουτζή για την τριετία στον ΑΟΤ!

Ο Νίκος Σουτζής έκλεισε έναν πολύ σημαντικό κύκλο στον ΑΟ Τυμπακίου, έχοντας συνδέσει το όνομά του με μία από τις πιο ξεχωριστές περιόδους στην πρόσφατη ιστορία του σωματείου.

Στη συνέντευξή του στο GRANDSPORT, ο Νίκος Σουτζής γυρίζει τον χρόνο πίσω και μιλά αναλυτικά για το πώς προέκυψε αρχικά η συνεργασία του με τον ΑΟΤ, για τη σχέση εμπιστοσύνης που χτίστηκε με τους ανθρώπους της ομάδας, αλλά και για τη φιλοσοφία με την οποία πορεύτηκε σε όλη αυτή τη διαδρομή. Παράλληλα, ξεδιπλώνει τις σκέψεις του για τα τρία αυτά χρόνια, τα οποία χαρακτήρισε ιστορικά για το Τυμπάκι.

Ο ίδιος στέκεται τόσο στην κατάκτηση του πρωταθλήματος και στην άνοδο, όσο και στη δύσκολη παρουσία της ομάδας στη Γ’ Εθνική, όπου, παρά το χαμηλότερο μπάτζετ της κατηγορίας όπως ανέφερε, ο ΑΟΤ κέρδισε σεβασμό και αναγνώριση σε κάθε γήπεδο. Με ιδιαίτερη ειλικρίνεια μιλά και για τη συγκυρία της αποχώρησής του, για τα σύννεφα που είχαν αρχίσει να μαζεύονται διοικητικά πριν ακόμη εκπέμψει επίσημα SOS το σωματείο, αλλά και για το πώς οδηγήθηκε στην απόφαση να αποχωρήσει.

Μέσα από τα λόγια του αναδεικνύονται οι σχέσεις που ανέπτυξε με τους ποδοσφαιριστές του, η σπουδαιότητα της συνεργασίας του με τον Νίκο Κουρουθιανάκη, αλλά και η πίστη του πως τα καλά αποδυτήρια είναι η βάση κάθε επιτυχημένης ομάδας.

Την ίδια ώρα, δεν κρύβει την πικρία του για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει σήμερα το Τυμπάκι, τονίζοντας ότι ένα σωματείο με τέτοια δυναμική θα μπορούσε να βρίσκεται σε πολύ υψηλότερο επίπεδο, αν υπήρχε ενότητα και σταθερότητα.

Κλείνοντας αυτόν τον απολογισμό, ο Νίκος Σουτζής στέκεται με συγκίνηση και στα παιδιά του χωριού που πήραν ευκαιρίες, στους ποδοσφαιριστές που μάτωσαν για τη φανέλα, αλλά και στους ανθρώπους με τους οποίους συνδέθηκε αυτά τα τρία χρόνια.

Νίκο, θέλω να ξεκινήσουμε λίγο χρονικά προς τα πίσω. Πέρασες τρία πάρα πολύ όμορφα χρόνια στον Τυμπάκι. Θέλω να γυρίσουμε όμως στην αρχή και να μου μιλήσεις για το πώς προέκυψε αρχικά η συνεργασία σου με τον ΑΟΤ. Ποιοι άνθρωποι σε προσέγγισαν και τι ήταν αυτό που σε έπεισε να πας στο Τυμπάκι;

«Δεν ήταν μόνο η χρονιά που πήγα στο Τυμπάκι. Η πρώτη κρούση είχε γίνει την προηγούμενη χρονιά, όταν ήμουν ακόμη στον Ποσειδώνα, στα μέσα της σεζόν, τότε που ο ΑΟΤ αγωνιζόταν στη Γ’ Εθνική.

Τον Γενάρη με είχαν προσεγγίσει οι άνθρωποι της ομάδας, όταν είχε φύγει ο Μιχάλης Κουτεντάκης, για να κάνουμε μια κουβέντα και να μου δώσουν το βήμα. Θεώρησα όμως ότι δεν ήταν σωστό, γιατί και στον Ποσειδώνα μου είχαν ανοίξει μια πόρτα τότε. Δεν ήθελα να αφήσω κάτι στη μέση, κάναμε κάτι εξαιρετικό και εκεί, οπότε θεώρησα σωστό να τελειώσω τη χρονιά και μετά να δούμε τι θα κάνουμε.

Το καλοκαίρι, μετά τη φυγή μου από τον Ποσειδώνα, ήρθε ξανά η προσέγγιση από την ομάδα του Τυμπακίου. Αυτός που με προσέγγισε ήταν ο Νίκος Κουρουθιανάκης. Είναι, νομίζω, η δύναμη του Τυμπακίου σε αυτό το κομμάτι.

Έκανα στη συνέχεια μια συνάντηση με τη διοίκηση και δεν αργήσαμε να τα βρούμε. Θέλαμε να κάνουμε μια σεζόν όπως την είχα εγώ στο μυαλό μου, με τους παίκτες και τη φιλοσοφία που πίστευα. Ήταν άμεση η συμφωνία. Είχαμε κοινή φιλοσοφία και κοινό τρόπο σκέψης και έτσι έκλεισα αμέσως. Θεώρησα ότι ο ΑΟΤ είναι μια ομάδα με τεράστια δυναμική. Είχα περάσει και ως ποδοσφαιριστής από εκεί και ξέρω τι σημαίνει να φοράς τη φανέλα του ΑΟΤ, οπότε για μένα ήταν εύκολο να πω το “ναι”».

Να πάρουμε τις χρονιές μία-μία, ξεκινώντας από την πρώτη. Ήταν μια χρονιά με αρκετές δυσκολίες. Ποιος είναι ο απολογισμός σου για εκείνη τη σεζόν;

«Θεωρώ ότι εκείνο το πρωτάθλημα του Τυμπακίου ήταν το πιο μάγκικο των τελευταίων ετών που θυμάμαι. Και δεν το λέω μάγκικο μόνο αγωνιστικά. Ήταν όλα όσα είχε περάσει η ομάδα εκείνους τους δύο ή τρεις μήνες, αν θυμάμαι καλά, με το μητρώο.

Ήταν μάγκικο γιατί ήταν δύσκολο να κρατήσεις τόσους ποδοσφαιριστές σε εγρήγορση, να τους πείσεις ότι η ομάδα θα κατέβει, να τους πείσεις στο πλάνο το δικό σου και της ομάδας ότι θα πρωταγωνιστήσει, όταν όλο το Ηράκλειο έλεγε ότι το Τυμπάκι δεν θα κατέβει και θα διαλύσει.

Για μένα, για τα παιδιά και για την ομάδα, εκείνη ήταν μια ονειρική χρονιά. Πήραμε ένα πρωτάθλημα με αντίπαλο τον Ηρόδοτο και όταν υπάρχει απέναντί σου ένα τέτοιο όνομα, καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο είναι. Είχαμε τεράστιες νίκες και νομίζω ότι ήταν μια χρονιά που μόνο οφέλη μπορούσε να φέρει στην ομάδα».

Μια χρονιά με αρκετές δυσκολίες, στην οποία καταφέρατε να πετύχετε τον στόχο και να πάτε στην Γ Εθνική. Μίλησέ μας για τη χρονιά που ήταν η πρώτη για σένα στη Γ’ Εθνική με τον ΑΟΤ.

«Ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά αγωνιστικά. Η αλήθεια είναι ότι από την αρχή του καλοκαιριού, όταν χτίζαμε την ομάδα, υπήρχαν περιορισμοί. Ξέραμε ότι δεν μπορούσαμε να ξεφύγουμε στο μπάτζετ και ότι το εγχείρημα θα ήταν δύσκολο.

Ξέραμε επίσης ότι έπεφταν τότε αρκετές ομάδες από τη Γ’ Εθνική, σε έναν όμιλο με ομάδες όπως ο Εθνικός, ο ΠΟΑ, ο Αστέρας Καισαριανής, το Χαϊδάρι, δηλαδή πολύ δυνατές ομάδες. Γνωρίζαμε λοιπόν ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να μείνει η ομάδα στην κατηγορία.

Παρ’ όλα αυτά, δεν το φοβήθηκα. Ήθελα να το ζήσω. Μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία και νομίζω ότι είχαμε μια αξιοπρεπέστατη ομάδα, παρότι είχαμε το χαμηλότερο μπάτζετ της κατηγορίας. Αν θυμηθείς, όλα τα παιχνίδια τα διεκδικήσαμε μέχρι τέλους. Όπου και να πηγαίναμε, άκουγες μόνο καλά λόγια για την ομάδα. Και όταν βλέπεις, ακόμα και στις ήττες, αντιπάλους να σε χειροκροτούν, αυτό μόνο υπερηφάνεια μπορεί να σου δώσει».

Παρά τις δυσκολίες και τον υποβιβασμό από τη Γ’ Εθνική, έμεινες στην ομάδα σε ένα ακόμη δύσκολο καλοκαίρι. Έμεινες για να επαναφέρεις τον ΑΟΤ ξανά ψηλά. Κάνε έναν απολογισμό για την τρίτη χρονιά.

«Η αλήθεια είναι ότι με το τέλος της χρονιάς στη Γ’ Εθνική είχα αποφασίσει να φύγω από την ομάδα.

Είχα κάνει κάποιες κουβέντες με τους ανθρώπους του Τυμπακίου και τους είχα εξηγήσει το σκεπτικό μου: ότι θεωρούσα πως είχε κλείσει ο κύκλος μου, ότι είχα δώσει αρκετά πράγματα και ίσως έπρεπε να αλλάξει κάτι, είτε σε φιλοσοφία είτε σε πρόσωπα, για να πάρει η ομάδα κάτι καινούργιο.

Παρ’ όλα αυτά, και τις δύο φορές οι άνθρωποι της ομάδας δεν το συζητούσαν καν. Ένα βράδυ ήρθαν στο Ηράκλειο, κάτσαμε περίπου τρεις ώρες και κουβεντιάζαμε για να με μεταπείσουν. Μου έδειξαν για άλλη μια φορά πόσο πολύ με ήθελαν στην ομάδα.

Έπαιξε ρόλο και το συναισθηματικό. Στο τέλος έμεινα, γιατί και το συναίσθημα έπαιξε ρόλο και η επιμονή των ανθρώπων της ομάδας, και νομίζω ότι τελικά μας βγήκε σε καλό».

Εκείνο το καλοκαίρι, πριν ανανεώσεις, είχες προτάσεις και από άλλες ομάδες. Για παράδειγμα, υπήρχε η περίπτωση του ΑΟΑΝ, ενός πολύ μεγάλου ποδοσφαιρικού οργανισμού. Πώς και δεν πήγες να κάνεις αυτό το βήμα;

«Με τον Άγιο Νικόλαο είχαμε κάνει και ραντεβού με τον πρόεδρο. Είχαμε βρεθεί δύο φορές στον Άγιο Νικόλαο. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να κάνω αυτό το βήμα. Με είχε προσεγγίσει ο πρόεδρος και με είχε κερδίσει κι εκείνος.

Όταν μια ομάδα όπως ο Άγιος Νικόλαος σου κάνει πρόταση να αναλάβεις, μόνο τιμή μπορεί να είναι. Για μένα ήταν μεγάλη τιμή που ήμουν στη λίστα για να γίνει αυτή η κουβέντα.

Είτε παίζει τοπικό Λασιθίου είτε Γ’ Εθνική, το όνομα και η φανέλα του Αγίου Νικολάου είναι πολύ βαριά. Όμως, όπως σου είπα, έπαιξε πάρα πολύ ρόλο το συναισθηματικό και έτσι έμεινα στον ΑΟΤ. Για κάποιο λόγο γίνονται όλα. Ίσως στο μέλλον δεν ξέρεις ποτέ τι μπορεί να έρθει».

Μια τριετία κλείνει και τα πράγματα δεν φαίνονται καλά πλέον για την ομάδα. Πριν δούμε την επόμενη μέρα, θέλω να βάλεις ένα συνολικό πρόσημο σε αυτή την τριετία. Έζησες χαρές, λύπες, ένιωσες τα πάντα.

«Σίγουρα τα θετικά είναι περισσότερα μέσα σε αυτή την τριετία. Για μένα το μοναδικό μελανό σημείο, αυτό που ακόμα με πειράζει και το έχω στο μυαλό μου, είναι ο αποκλεισμός από τη Χαραυγή πριν από το Final Four. Δεν θα μου βγει ποτέ από το μυαλό, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Από εκεί και πέρα, όμως, γράψαμε ιστορία. Πήραμε διπλό μέσα στην Αθήνα σε μπαράζ, κάτι που νομίζω δεν το είχε πετύχει ποτέ η ομάδα. Πήραμε διπλό μέσα στο Ατσαλένιο, διπλό μέσα στην Καισαριανή. Πήραμε ένα πρωτάθλημα, πετύχαμε μια άνοδο και είχαμε αξιοπρεπέστατες εμφανίσεις στη Γ’ Εθνική.

Νομίζω ότι το πρόσημο είναι θετικό για όλους: για τη διοίκηση, τους ποδοσφαιριστές και το τεχνικό επιτελείο. Και θεωρώ ότι αυτά τα τρία χρόνια, είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι, ίσως είναι από τα καλύτερα χρόνια του ΑΟΤ στην ιστορία του».

Τι έγινε τελικά στην πραγματικότητα με την αποχώρησή σου; Πέρα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η ομάδα διοικητικά, εσύ αποχώρησες πριν ακόμη βγει αυτό το σήμα SOS προς τα έξω. Υπήρξε κάτι που σε έκανε να πεις ότι πρέπει να κοιτάξεις και εσύ το μέλλον σου; Γιατί έφυγες σε ένα χρονικό σημείο στο οποίο ήξερες ότι δύσκολα θα έβρισκες ομάδα άμεσα;

«Ναι, η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα πως θα έφτανε η κατάσταση σε αυτό το σημείο. Είχαμε κάνει μια κουβέντα με τους ανθρώπους της ομάδας από την αρχή, είχαμε δώσει μια γραμμή και την ακολουθούσαμε. Στην ουσία υπήρχαν μόνο τα τυπικά για να μείνω στην ομάδα. Ούτε τα τυπικά, θα έλεγα. Με τον άνθρωπο με τον οποίο ήμουν σε καθημερινή επαφή σε αυτό το κομμάτι, δηλαδή με τον Νίκο Κουρουθιανάκη, είχαμε κάνει τον προγραμματισμό, είχαμε μιλήσει με τα παιδιά.

Αυτό που με έκανε να φύγω από την ομάδα ήταν το “περίμενε”, το αόριστο. Αυτό ήταν που με έκανε να πω ότι φεύγω. Και δεν το έκανα για μένα, γιατί όπως είπες και πριν, εγώ τις πόρτες που υπήρχαν τις είχα κλείσει, θεωρώντας ότι θα μείνω στον ΑΟΤ. Το έκανα περισσότερο για τα παιδιά».

Είχε γίνει ένας σχεδιασμός, είχες μιλήσει με πολλούς παίκτες, τόσο από το περσινό ρόστερ όσο και με παιδιά που σε ενδιέφεραν για τη νέα χρονιά, ενώ και εσύ ο ίδιος ήσουν πολύ κοντά στην παραμονή. Όταν πήρες την απόφαση να φύγεις, τους είπες ξεκάθαρα ότι δεν μπορείς να περιμένεις άλλο κυρίως λόγω των παιδιών;

«Ναι, ήμουν ξεκάθαρος. Την ημέρα που με πήρε ο Νίκος Κουρουθιανάκης και μου είπε να κάνουμε λίγες μέρες ακόμη υπομονή, του είπα “Νίκο, δεν γίνεται άλλο”. Ενάμιση μήνα πηγαίναμε από παράταση σε παράταση και πραγματικά δεν το έκανα για μένα. Αν δεις, όλες οι ομάδες τότε είχαν ήδη προπονητή. Έφυγα για τα παιδιά.

Γιατί κάποια στιγμή θα έβγαινα απέναντί τους. Όταν έχεις κάνει έναν προγραμματισμό, έχεις κρατήσει κάποια παιδιά και στο τέλος τους λες “ξέρεις κάτι, δεν γίνεται”, είτε στα παιδιά της ομάδας μας είτε σε εκείνα που θα έρχονταν ως μεταγραφές, μετά χάνεις την εμπιστοσύνη τους και χάνεις πολλά. Δεν ήθελα να φτάσω σε αυτό το σημείο.

Το έκανα και για να ταράξω λίγο τα νερά. Όχι ότι θα γυρνούσα, δεν υπήρχε περίπτωση, γιατί όταν πω κάτι το πράττω στο ακέραιο. Δεν θα άλλαζα γνώμη εκεί που είχε φτάσει η κατάσταση. Το έκανα όμως για τα παιδιά και για να δουν, να ξεσηκωθούν οι διοικούντες, αλλά και η “αντιπολίτευση”, όπως τη λέω εγώ.

Γιατί αυτό, δυστυχώς, έχει φάει το Τυμπάκι. Και όχι μόνο το Τυμπάκι, αλλά και πολλές άλλες ομάδες. Το Τυμπάκι το θεωρώ ομάδα με τεράστια εξωαγωνιστική δυναμική, αλλά δυστυχώς, θα το πω σε εισαγωγικά, υπάρχουν στρατόπεδα. Και αυτό έχει φέρει το Τυμπάκι στη θέση που βρίσκεται σήμερα».

Πέρσι, κάνοντας όλη αυτή την προσπάθεια μέσα στη χρονιά, έστω και μέσω της τρίτης θέσης, διεκδικούσατε μέχρι το τέλος την άνοδο. Δεν πίστευες ότι το Τυμπάκι θα έφτανε ποτέ σε αυτό το σημείο;

«Όχι, με τίποτα. Ειλικρινά, φέτος, όταν τελείωσε η σεζόν, δεν το περίμενα. Πολλές φορές, και σαν ποδοσφαιριστής, όταν τελείωνε μια χρονιά ήθελα να ξεκουραστώ, να ηρεμήσω, να φύγει το μυαλό μου από αυτή την καθημερινότητα που ζούσαμε. Φέτος όμως, τελειώσαμε και από την πρώτη κιόλας εβδομάδα κάναμε προγραμματισμό. Υπήρχε όρεξη, ψαχνόμασταν, το θέλαμε. Θα έλεγα πως υπήρχε ίσως μεγαλύτερη όρεξη από κάθε άλλη χρονιά.

Και το λέω πραγματικά, είχαμε κάνει έναν πολύ καλό προγραμματισμό, είχαμε κάνει αρκετές καλές κινήσεις, πάνω στα δικά μου “θέλω”, είχαμε βρει παίκτες έτσι όπως τους θέλαμε. Δυστυχώς, όμως, είναι μόνο στενάχωρο όλο αυτό. Ακόμα και σήμερα που κάνουμε αυτή τη συνέντευξη δεν το έχω χωνέψει και νιώθω ένα βάρος για αυτή την ομάδα.

Γιατί αυτά τα τρία χρόνια νομίζω ότι δημιουργήσαμε ένα μέταλλο στον ΑΟΤ. Δεν είναι εύκολο μια ομάδα να πέφτει, να ανεβαίνει, να ξαναπέφτει, να ξανανέβει. Είναι πολύ δύσκολο. Κάποιες ομάδες όταν πέφτουν διαλύουν. Κι όμως, εμείς είχαμε τα ψυχικά αποθέματα και την αγωνιστική βάση, γιατί αν δεις, τα περισσότερα παιδιά ήταν τα ίδια.

Είναι πολύ δύσκολο μετά από έναν υποβιβασμό να ξαναβάλεις στα ίδια παιδιά το μικρόβιο του πρωταθλητισμού. Κι όμως, αυτά τα παιδιά το κατάφεραν στο 100%. Τουλάχιστον, φεύγω και φεύγουμε με το κεφάλι ψηλά, αφήνοντας την ομάδα εκεί που θεωρώ ότι της αρμόζει να είναι».

Βέβαια, ναι μεν το Τυμπάκι κέρδισε αγωνιστικά την άνοδο στη Γ’ Εθνική, αλλά διοικητικά δεν δείχνει, τουλάχιστον σήμερα που γίνεται αυτή η συνέντευξη, να μπορεί να οδηγηθεί εκεί. Πιστεύεις ότι μέχρι τις 3 Ιουλίου, που είναι η καταληκτική ημερομηνία, μπορεί να βρεθεί λύση;

«Θεωρώ ότι μπορεί να βρεθεί λύση. Αν το Τυμπάκι θέλει να κατέβει, κατεβαίνει. Και μάλιστα πολύ εύκολα, αρκεί να είναι ενωμένο. Έχει τη δυναμική, έχει τα κότσια, έχει τη φανέλα, τα έχει όλα. Είναι λίγο αργά βέβαια τώρα, γιατί οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές, δυστυχώς ή ευτυχώς όπως το πάρει ο καθένας, έχουν ήδη βρει τη νέα τους στέγη. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι αν αποφασίσουν και δώσουν όλοι μαζί ένα δυναμικό “παρών”, μπορούν να κατεβάσουν την ομάδα στη Γ’ Εθνική».

Αυτή την “αντιπολίτευση” που αναφέρεις, την αντιλαμβανόσουν και το διάστημα που ήσουν στην ομάδα;

«Την αντιλαμβανόμουν ακόμα και από τα χρόνια που ήμουν ποδοσφαιριστής. Αν έβγαινε πρόεδρος ο Α, ο Β και ο Γ ήταν απέναντι. Αν έβγαινε ο Β, ήταν ο Α και ο Γ απέναντι. Δυστυχώς υπήρχε αυτό και δεν έχει φύγει ακόμη. Και νομίζω ότι αυτό συμβαίνει και σε πολλές ομάδες, όχι μόνο στο Τυμπάκι.

Απλώς το Τυμπάκι το θεωρώ, και το έχω ξαναπεί και παλιότερα, ότι έχει τη δυναμική, έχει τις εγκαταστάσεις, έχει τον κόσμο και αν ήταν ενωμένο, εγώ πιστεύω ότι ακόμα και από τη Γ’ Εθνική θα ήταν περαστικό».

Στην τριετία αυτή, ο άνθρωπος με τον οποίο συνεργάστηκες πιο στενά από όλους ήταν ο Νίκος Κουρουθιανάκης. Πώς ήταν οι σχέσεις σας μαζί του;

«Ο Νίκος, για μένα, όχι μόνο αυτή την τριετία που ήμουν εγώ, αλλά και τα προηγούμενα χρόνια, έχει βάλει όχι απλώς ένα λιθαράκι, αλλά πολλά λιθαράκια για να είναι η ομάδα εκεί που είναι. Έχει βάλει το όνομά του, την προσωπικότητά του, έχει κερδίσει πολλά παιδιά. Πολλά παιδιά θέλουν να έρθουν στην ομάδα και αιτία είναι ο Νίκος.

Μπορεί να τον βλέπετε έτσι, με τον χαρακτήρα του μέσα στον αγωνιστικό χώρο, οξύθυμο και όλα αυτά, αλλά ο Νίκος πραγματικά είναι μια αγαθή ψυχή. Είναι ένας άνθρωπος που μπορείς να τον εμπιστευτείς, ένας άνθρωπος που θα σου δώσει όλο του το είναι. Νομίζω ότι όλο αυτό το οικοδόμημα του ΑΟ Τυμπακίου στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στον Νίκο, είτε μιλάμε για μεταγραφές, είτε για παιδιά που μένουν, είτε για όλα τα υπόλοιπα.

Η συνεργασία μας ήταν άψογη. Σίγουρα πολλές φορές, κυρίως στο αγωνιστικό κομμάτι, ερχόμασταν σε αντιπαράθεση και είναι φυσιολογικό. Μπορεί να είχαμε αυτή τη σχέση, αλλά όταν ήμασταν στο γήπεδο, ήταν ποδοσφαιριστής. Με τον Νίκο είμαστε έχουμε και συντεκνιά, έχει βαφτίσει τη μικρή μου κόρη, αλλά όλα αυτά τα βάζαμε στην άκρη όταν ήμασταν στο γήπεδο. Ήξερε, σεβόταν, δεν έδινε το παραμικρό δικαίωμα, όπως και εγώ. Μπορούσε να το διαχειριστεί όλο αυτό και γι’ αυτό νομίζω ότι έχει καταφέρει όσα έχει καταφέρει μέχρι σήμερα».

Θέλω κι ένα σχόλιο για παίκτες που τους είχες και τα τρία χρόνια, που ήταν σταθερές επιλογές σου.

«Τα παιδιά με τα οποία συνεργάστηκα τρία χρόνια, πραγματικά νιώθω πολύ τυχερός και το λέω μέσα από την καρδιά μου. Όλα τα παιδιά έδιναν το 100%. Θεωρώ ότι είχα μια άψογη συνεργασία μαζί τους.

Σίγουρα πολλές φορές μπορεί να νόμιζαν ότι τους αδικείς, έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Αλλά αυτό που με χαροποιεί ακόμη και σήμερα είναι ότι με σχεδόν όλα τα παιδιά έχουμε καθημερινή ή πολύ συχνή επαφή. Η αλληλοεκτίμηση που έχει ο ένας για τον άλλον δείχνει ότι χτίστηκε κάτι αυτά τα τρία χρόνια. Ακόμα και τώρα, όταν μιλούσα με τη Νεάπολη, πολλά παιδιά με έπαιρναν τηλέφωνο και μου έλεγαν ότι αν πήγαινα, θα με ακολουθούσαν, παρότι ήταν αργά».

Αναφέρθηκες στο ενδιαφέρον της Νεάπολης. Κάνατε συζητήσεις. Ποιοι ήταν οι λόγοι που σε έκαναν να αρνηθείς την πρόταση;

«Καταρχάς θέλω να τους ευχαριστήσω πάρα πολύ για την τιμητική πρόταση που μου έκαναν και ιδιαίτερα τον πρόεδρο, τον Αντώνη Φούσκη. Είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Πάρα πολλά μου θύμισε από τον κύριο Πατρικαλάκη του ΑΟ Τυμπακίου.

Μου έδειξε το πλάνο του, μου έδειξε τι θέλει να κάνει στην ομάδα, έχει ένα πλάνο τριετίας, μου έδειξε πόσο πολύ με θέλει, πόση εμπιστοσύνη έχει σε μένα. Μάλιστα μου είπε ο άνθρωπος ότι ακόμα κι αν δεν πάει καλά η χρονιά και, χτύπα ξύλο, πέσει η ομάδα, εγώ θα είμαι και του χρόνου στην ομάδα. Υπήρχαν πράγματα που του είπα και του άρεσαν και νομίζω τον κέρδισα στην κουβέντα που είχαμε.

Όμως θεωρώ ότι ήταν κακό timing. Όπως είπα και πριν, μέσα μου είχα αδειάσει. Με είχε στεναχωρήσει πολύ όλο αυτό το σκηνικό με τον ΑΟΤ και νομίζω ότι αυτός ήταν ο βασικός λόγος που δεν έκλεισα σε αυτή την ομάδα».

Παρότι είσαι σχετικά νέος προπονητής, έχεις ήδη καταγράψει επιτυχίες. Τι είναι αυτό που θεωρείς ότι σε αντιπροσωπεύει περισσότερο στις ομάδες σου;

«Είμαι νέος προπονητής, μόλις έκλεισα την πέμπτη μου χρονιά σαν πρώτος προπονητής σε μεγάλες κατηγορίες. Αυτό που θεωρώ ότι είναι το ατού μου είναι ότι μπορώ να κερδίσω τον ποδοσφαιριστή και να πάρω το 100% από αυτόν. Έχω τον τρόπο, έχω την προσέγγιση.

Θα σου πω κάτι κλισέ που το λένε πολλοί, αλλά εγώ το πιστεύω πάρα πολύ, τις ομάδες τις κάνουν τα καλά αποδυτήρια. Και όταν έχεις καλά αποδυτήρια, μπορείς να βγάλεις από τους ποδοσφαιριστές το 100%.

Εγώ πάντα επιλέγω να παίρνω ποδοσφαιριστές που μπορεί να μην είναι του “10”, αλλά να είναι του “6-7” και να είναι καλοί χαρακτήρες. Γιατί έτσι ο ποδοσφαιριστής του “7” μπορεί να σου δώσει το κάτι παραπάνω, να πάει στο “8” ή στο “8,5”. Έτσι νομίζω φτιάχνονται οι ομάδες. Αυτό νομίζω ότι έχω κερδίσει στους παίκτες και στις ομάδες μου, ότι είτε παίζει ένα παιδί είτε δεν παίζει, δίνει το 100%, ακόμα κι από τον πάγκο. Και νομίζω ότι από εκεί προέρχονται και οι επιτυχίες».

Θέλω κι ένα σχόλιο για τον Σάκη Γεωργόπουλο, που ήταν συνεργάτης σου στον Ποσειδώνα και φέτος ανέλαβε ως πρώτος προπονητής τον Ποσειδώνα.

«Ο Σάκης είναι ένα παιδί με το οποίο ήμασταν μαζί και στο UEFA C, χρόνια πριν. Είμαστε φίλοι και προπονητικά δεθήκαμε και στη σχολή. Έπαιζε τότε ακόμη ποδόσφαιρο. Όταν έφυγα από τις Ακαδημίες του Παναθηναϊκού και πήγα στον Ποσειδώνα, τον ήθελα σαν ποδοσφαιριστή, γιατί ήταν ενεργός. Τον έπιασα τότε και του έκανα μια κουβέντα. Του είπα: “θα παίξεις μία χρονιά και μετά θα γίνουμε συνεργάτες”. Και έτσι έγινε.

Είναι ένα παιδί που αγαπάει αυτό που κάνει. Με τον Σάκη έχω σχεδόν καθημερινή επαφή ακόμα και τώρα. Το είδα και στις ομάδες που δούλεψε και με τον Ηρόδοτο, αλλά και φέτος που ξεκίνησε με τον Ποσειδώνα. Θεωρώ ότι είναι δουλευταράς, του αρέσει αυτό που κάνει και είμαι σίγουρος ότι με προσπάθεια και θέληση, επειδή πραγματικά το αγαπάει, θα έρθει σύντομα και σε άλλες επιτυχίες».

Για το πρωτάθλημα της Α1 ΕΠΣΗ και την τριάδα που πήρε την άνοδο, το περίμενες; Το πίστευες;

«Ναι, ήταν οι καλύτερες ομάδες, δεν το συζητάμε καθόλου. Περίμενα όμως και τον ΠΑΟΚ και την ΑΕΚ πιο κοντά. Δεν περίμενα αυτή τη διαφορά. Θεωρούσα ότι με το ρόστερ που έχουν και την ποιότητα που διαθέτουν θα ήταν πιο κοντά. Για κάποιους λόγους, που εγώ δεν ξέρω, απομακρύνθηκαν περισσότερο απ’ όσο περίμενα.

Νομίζω ότι η βαθμολογία λέει την αλήθεια. Σίγουρα ο Εργοτέλης πήρε δικαιότατα το πρωτάθλημα, δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς αυτό. Είχε παίκτες με προσωπικότητα, είχε παίκτες με ταλέντο και ακόμα και στις κακές του μέρες έβγαιναν μπροστά κάποιοι. Θεωρώ ότι και εμείς και η Χερσόνησος, για να μείνουμε τόσο πίσω, κάτι μας έλειπε. Από εκεί και πέρα, νομίζω ότι δίκαια αυτές οι τρεις ομάδες πήραν την άνοδο, ο Εργοτέλης το πρωτάθλημα και, όπως και η Χερσόνησος, δίκαια το Κύπελλο. Έτυχε να είμαι και στον ημιτελικό, να το δω από κοντά το παιχνίδι, και θεωρώ ότι το κατέκτησε δίκαια».

Αν περίμενες λίγο παραπάνω τη φετινή χρονιά, καθώς όπως φαινόταν θα είχαμε μια “οικογενειακή κόντρα” με τον Μανώλη Σουτζή στον Εργοτέλη, εσένα στο Τυμπάκι και την Όλγα Σουτζή στον Γιούχτα;

«Το είχαμε συζητήσει κιόλας. Λέγαμε ότι είχαμε ξαναβρεθεί αντίπαλοι, αλλά τότε ήμασταν δύο με έναν, ήταν η Όλγα και ο Μάνος στον Γιούχτα και εγώ στο Τυμπάκι. Φέτος λέγαμε ότι θα είμαστε τρεις σε τρία διαφορετικά στρατόπεδα.

Έτσι είναι όμως ο αθλητισμός, έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Εμείς είμαστε μια αγαπημένη οικογένεια, συζητάμε καθημερινά, τα βλέπαμε, υπήρχαν και τα πειράγματα, η αλήθεια είναι ότι το θέλαμε και το ζούσαμε. Όταν έγιναν όλα αυτά, με τον Μάνο να πηγαίνει στον Εργοτέλη, την Όλγα να μένει στον Γιούχτα και εμένα να θεωρώ δεδομένη την παραμονή μου στο Τυμπάκι, το είχαμε πολύ έντονα στο μυαλό μας.

Έτσι είναι όμως η ζωή και έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Συνεχίζουμε και εύχομαι καλή επιτυχία και στους δύο στις ομάδες τους. Είμαι σίγουρος και για τις δύο αυτές ομάδες ότι θα έχουν επιτυχία».

Για τον Μανώλη Σουτζή και τη μεγάλη επιστροφή του στον Εργοτέλη.

«Ο Μάνος, είτε το θέλουν κάποιοι είτε όχι, που δεν νομίζω να μην το θέλουν, είναι από τις σημαίες του Εργοτέλη. Έχει περάσει ως ποδοσφαιριστής τις μεγαλύτερες στιγμές στην ιστορία του Εργοτέλη και ήταν μέλος, μάλιστα από τους αρχηγούς, εκείνων των επιτυχιών.

Ο Μάνος είναι Εργοτέλης. Αγαπάει την ομάδα, έχει περάσει τα καλύτερα ποδοσφαιρικά του χρόνια εκεί. Εγώ σου έχω ξαναπεί και σε άλλες συνεντεύξεις ότι το ποδοσφαιρικό μου πρότυπο ήταν πάντα ο αδερφός μου, και σαν ποδοσφαιριστής αλλά και σαν προπονητής. Τον συμβουλεύομαι, τον αγαπώ, τον παρακολουθώ και θεωρώ ότι είναι επαγγελματίας σε αυτό που κάνει. Πιστεύω ότι και φέτος η επιτυχία του στον Εργοτέλη είναι δεδομένη».

Ποιο θεωρείς ότι ήταν ένα από τα σημαντικότερα κέρδη του ΑΟ Τυμπακίου μέσα σε αυτή την τριετία, πέρα από τις καθαρά αγωνιστικές επιτυχίες;

«Ένα από τα πολλά κέρδη του ΑΟ Τυμπακίου αυτά τα τρία χρόνια θεωρώ ότι ήταν πως πολλά παιδιά του χωριού πήραν χρόνο συμμετοχής, έπαιξαν, έζησαν παραστάσεις, ακόμα και Γ’ Εθνικής, με αρκετό χρόνο συμμετοχής. Μιλάμε για παιδιά του 2008, του 2009, ακόμα και του 2010. Και νομίζω ότι και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό όφελος για την ομάδα και για το ίδιο το χωριό. Δεν νομίζω ότι πολλές ομάδες έχουν στο ρόστερ τους επτά ή οκτώ παιδιά που είναι γηγενείς, είναι παιδιά του χωριού και ταυτόχρονα πρωταγωνιστούν».

Κλείνοντας, ποιο μήνυμα θα ήθελες να αφήσεις για την τριετία σου στον ΑΟΤ;

«Θέλω πραγματικά, μέσα από την καρδιά μου, να ευχαριστήσω όλους όσοι συνεργάστηκα αυτά τα τρία υπέροχα χρόνια στον ΑΟΤ, τον κύριο Πατρικαλάκη, τον κύριο Ανδριγιαννάκη, τον Γρηγόρη Μαντζιώρο, τον Αντώνη Λαμπράκη την πρώτη χρονιά που ήμουν εκεί, τον Γιάννη Σαΐτη, τον Αντώνη Καλλιονάκη, τον Γιώργο Γερωνυμάκη. Ανθρώπους με τους οποίους είχαμε καθημερινή επαφή.

Ένα ιδιαίτερο ευχαριστώ θέλω να δώσω στον Νίκο Κουρουθιανάκη, αλλά και σε όλους τους ποδοσφαιριστές με τους οποίους συνεργάστηκα, γιατί πραγματικά ήταν παιδιά που πόνεσαν, μάτωσαν και έδωσαν το 100% για αυτή την ομάδα. Χωρίς αυτούς δεν θα γινόταν τίποτα.

Θέλω επίσης να ευχαριστήσω και τους συνεργάτες μου, τον Γιώργο Χαρλαύτη και τον Χρήστο Ορφανουδάκη».

Μοιράσου το άρθρο Facebook X LinkedIn Viber WhatsApp Email Αντιγραφή συνδέσμου
Μην χάνεις είδηση. Βάλε το GRANDSPORT στο Google Πρόσθεσε το GRANDSPORT στην Google

Περισσότερα νέα για ΑΟΤ στο GRANDSPORT, μαζί με πρόγραμμα και αποτελέσματα, βαθμολογία και στατιστικά παικτών της ομάδας.

Σχετικά

Σχετικά Άρθρα